ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο «δάσκαλος» που όρισε νέες μεθόδους στα γήπεδα

Στην άγουρη ακόμη ποδοσφαιρική Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα, το έδαφος ήταν κάτι παραπάνω από πρόσφορο για πειραματισμούς και νέες ιδέες. Το άθλημα των 22 παικτών που κυνηγούν μια μπάλα είχε αρχίσει να συναρπάζει τους φιλάθλους ανά τον κόσμο, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι άνθρωποι να αρχίσουν την ενασχόλησή τους με τον υπό εξερεύνηση χώρο του ποδοσφαίρου.

Ανάμεσά τους κι ένας νεαρός Ιταλός, ο οποίος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα βρέθηκε στην Αγγλία και στην Ελβετία για σπουδές, αλλά κατέληξε με πτυχίο μία… μπάλα. Ο Βιτόριο Πότσο, γεννημένος στο Τορίνο στις 2 Μαρτίου 1886, υπήρξε ανήσυχη προσωπικότητα. Φιλομαθής, αυταρχικός και πάντα πρόθυμος για νέες προκλήσεις, ο μετέπειτα «γερο-δάσκαλος» (Il Vecchio Maestro) μαγνητίστηκε από την ομορφιά του ποδοσφαίρου, παρακολουθώντας προπονήσεις και αγώνες της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θέλοντας να δοκιμάσει και ο ίδιος την τύχη του, στα 19 του χρόνια, γίνεται μέλος της ελβετικής Γκρασχόπερς για μία χρονιά και στη συνέχεια, το 1906, επιστρέφει στην Ιταλία και μετέχει στην ίδρυση της Τορίνο, μιας ομάδας η οποία θα μεγαλουργήσει (έως και το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της 4ης Μαΐου 1949) και θα μείνει στην Ιστορία ως «Η Μεγάλη Τορίνο» (Il Grande Τorino).

Το 1911, στα 25 του, σταματάει το ποδόσφαιρο και ένα χρόνο αργότερα αποδέχεται την πρόταση της ιταλικής ομοσπονδίας να αναλάβει την εθνική ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης. Η πρώτη του απόπειρα στην προπονητική ήταν απογοητευτική, αφού η Ιταλία αποκλείστηκε από τη Φινλανδία, από τον πρώτο κιόλας γύρο. Συνεχίζει την προσπάθειά του από τον πάγκο της Τορίνο για τα επόμενα 10 χρόνια, δουλεύοντας παράλληλα και στην εταιρεία Πιρέλι, για να αυξήσει το εισόδημά του. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παίρνει μέρος με τις δυνάμεις της πατρίδας του στο μέτωπο των Αλπεων εναντίον των Αυστριακών.

Ο Πότσο δεν σταματάει την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο. Η μεγάλη του ευκαιρία ήταν η δεύτερη πρόσκληση που του έγινε από την ιταλική ομοσπονδία το 1929. Μία πρόσκληση που περισσότερο έμοιαζε με πρόκληση, αφού αφενός η θέση τού προσφερόταν αμισθί και αφετέρου τη διακυβέρνηση της χώρας είχε αναλάβει ο Μπενίτο Μουσολίνι. Ο Πότσο ποτέ δεν έκρυψε την συμπάθειά του για το φασιστικό καθεστώς, ωστόσο, δεν ήθελε να χρησιμοποιείται το ποδόσφαιρο ως εργαλείο προπαγάνδας. Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν πάντα εύκολη, αφού η ανάληψη της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την Ιταλία, το 1934, ήταν για τον Μουσολίνι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διαφήμιση της χώρας, η οποία έπρεπε (πάση θυσία) να κερδίσει και το τρόπαιο. Ο 42χρονος τεχνικός είχε δώσει ήδη κάποια καλά δείγματα με την κατάκτηση του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης (πρόγονος του Κυπέλλου Εθνών και του σημερινού Euro), το 1930, ξεπερνώντας ομάδες όπως η πανίσχυρη Ουγγαρία, αλλά και η περίφημη «Wunderteam» (ομάδα «θαύμα») της εθνικής Αυστρίας.

Για να αντεπεξέλθει ο Πότσο στις μεγάλες απαιτήσεις του Μουντιάλ, έπρεπε να πάρει κάποιες γενναίες αποφάσεις. Αρχικά, έθεσε εκτός ομάδας θρυλικούς παίκτες με τεράστια επιρροή σε όλα τα επίπεδα, όπως ο Αντόλφο Μπαλοντσιέρι και ο Ουμπέρτο Καλιγκάρις. Επειτα «ιταλοποίησε» όσους σπουδαίους παίκτες είχαν ιταλικές ρίζες και στο τέλος, άλλαξε το αγωνιστικό σύστημα της ομάδας, εφαρμόζοντας την πρωτοποριακή «Μέθοδο».

Τα παιχνίδια ψυχολογίας

Το σύστημα που κυριαρχούσε σχεδόν στα γήπεδα όλου του κόσμου έως τότε ήταν το 2-3-5 (πυραμίδα). Ο Πότσο το μετέτρεψε σε 2-3-2-3, αλλάζοντας τον τρόπο παιχνιδιού της ομάδας και ανοίγοντας νέους ορίζοντες στους προπονητές. Με μεγάλη δυσκολία και αρκετή εύνοια της τύχης (και όχι μόνον) η Ιταλία κατακτά το 1934 το πρώτο της Μουντιάλ, ικανοποιώντας τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε μαζέψει στο παλάτι του παίκτες και προπονητή και με κατηγορηματικό τρόπο τους είχε «παραγγείλει» να κερδίσουν το τρόπαιο. H επιτυχία αυτή αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας μιας σπουδαίας ομάδας η οποία κατέκτησε ένα ακόμη Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης (1935) και το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936.

Ωστόσο, η καταξίωσή της ήρθε δύο χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Γαλλίας, η οποία υπήρξε και πολιτική αντίπαλος. Στην πατρίδα του τότε προέδρου της FIFA, Ζιλ Ριμέ, η ομάδα του Πότσο δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης από κανέναν. Πριν από τον ημιτελικό με τη Βραζιλία στη Μαρσέιγ, ο Ιταλός είχε επιστρατεύσει όλη του την τακτική στον ψυχολογικό τομέα. Είχε μάθει πως οι Βραζιλιάνοι ήταν τόσο σίγουροι για την πρόκρισή τους στον τελικό, που είχαν κλείσει αεροπορικά εισιτήρια προς το Παρίσι. Ο Ιταλός επισκέφθηκε την αποστολή της Βραζιλίας πριν από το παιχνίδι και τους ζήτησε να του πουλήσουν τα εισιτήρια. Εκείνοι τον αντιμετώπισαν με ειρωνεία και του πρόσφεραν μία θέση στο αεροπλάνο για να τους δει στον μεγάλο τελικό. Ο Πότσο μετέφερε όλη την ιστορία στους παίκτες του, οι οποίοι νευρίασαν με τους αλαζόνες Βραζιλιάνους, τους οποίους και νίκησαν με 2-1, σε έναν αγώνα, πάντως, όπου ακόμη παραμένει άλυτο μυστήριο το γεγονός της μη χρησιμοποίησης του μεγάλου αστεριού της Βραζιλίας, Λεονίντας.

Εντονη προσωπικότητα με απαντήσεις για όλα

Η Ιστορία έγραψε πως η Ιταλία του Βιτόριο Πότσο είχε κερδίσει τα δύο από τα πρώτα τρία Μουντιάλ και μάλιστα έγινε η πρώτη που κατέκτησε το τρόπαιο εκτός έδρας, αφού το 1930 και η Εθνική Ουρουγουάη είχε στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου αγωνιζόμενη στη χώρα της.

Αρκετοί από τους παίκτες δεν ήταν ιταλικής εθνικότητας, κάτι που εξόργιζε τους φιλάθλους. Οι Αργεντίνοι (Ντε Μαρία, Μόντι, Ορσι, Γκουάιτα) πολιτογραφήθηκαν Ιταλοί, προσφέροντας σημαντικότατες λύσεις πλάι σε παίκτες όπως οι Τζουζέπε Μεάτσα και Αντζελο Σκιάβιο. Ο Ιταλός είχε έτοιμη την απάντηση, «πατώντας» στο γεγονός πως όλοι τους είχαν ιταλικές ρίζες και υπηρέτησαν στον στρατό. «Αν μπορούν να πεθάνουν για την Ιταλία, τότε μπορούν και να παίξουν γι’ αυτήν», έλεγε, και δεν είχε άδικο, έστω κι αν οι συγκεκριμένοι είχαν αγωνιστεί και με διαφορετικό εθνόσημο στο στήθος.

Ο Πότσο είχε τον τρόπο να επιβάλλεται στους ποδοσφαιριστές του, με τον απόλυτο χαρακτήρα του και την πειθαρχία που επέβαλε. Μάλιστα, μία ακραία θεωρία τον έχει συνδέσει με τον τυφλό, αριστοκρατικό ήρωα Πότσο του θεατρικού έργου «Περιμένοντας τον Γκοντό», του Σάμιουελ Μπέκετ.

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο «γερο-δάσκαλος» επιχείρησε να παραμείνει στον πάγκο της εθνικής Ιταλίας, αλλά η μέτρια παρουσία στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην απόσυρσή του σε ηλικία 64 ετών. Παρέμεινε στον χώρο του αθλητισμού μέσω της δημοσιογραφίας από την εφημερίδα «La Stampa». Μάλιστα, «κάλυψε» τους αγώνες της Ιταλίας στο Μουντιάλ του 1950 στη Βραζιλία. Η τελευταία διοργάνωση που είδε ήταν το Εuro 1968 που διεξήχθη στην Ιταλία και οι «Ατζούρι» κατέκτησαν το πρώτο και μοναδικό τρόπαιό τους στη συγκεκριμένη διοργάνωση. Λίγους μήνες μετά, απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών.