ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

O αήττητος Μπόμπεκ και ο ΠΑΟ του 1964

23bobek1

­­Ρεκόρ υπάρχουν πολλά στον χώρο του αθλητισμού, τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο. Ρεκόρ που μένουν «ζωντανά» μέρες, μήνες, χρόνια και κάποια στιγμή είναι γραφτό να σπάσουν. Ολα τα ρεκόρ στον χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου έχουν αλλάξει χέρια τα τελευταία χρόνια, με εξαίρεση μόνο ένα: την κατάκτηση του αήττητου πρωταθλήματος, επίτευγμα που μόνο ο Παναθηναϊκός το έχει χαρεί μέχρι σήμερα και έχει ζωή μισού αιώνα. Το πέτυχε το 1964 και στα 50 χρόνια που ακολούθησαν, καμιά ομάδα δεν έχει καταφέρει να το σπάσει. Το αήττητο πρωτάθλημα έχει την υπογραφή των μεγάλων άσων εκείνης της περιόδου (Δομάζος, Λουκανίδης, Πανάκης, Παπαεμμανουήλ, Καμάρας, Σούρπης κ.ά.) αλλά και τη σφραγίδα του Στέφαν Μπόμπεκ, ενός σπουδαίου Κροάτη προπονητή, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σαν χθες πριν από τέσσερα χρόνια. Συμπτωματικά, η επέτειος του θανάτου του συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της εφετινής Σούπερ Λίγκας, θυμίζοντας σε όλους ότι μπορεί ο ίδιος να έφυγε από τη ζωή, αλλά ο μύθος και το μεγάλο ρεκόρ του παραμένουν ακόμα ζωντανά.

Ο Στέφαν (ή Στιέπαν στη γλώσσα της πατρίδας του) Μπόμπεκ ήλθε στην Ελλάδα στις 17 Μαΐου του 1963 και δύο μέρες αργότερα παρακολούθησε από την εξέδρα των επισήμων της Λεωφόρου το φιλικό 6-0 του Παναθηναϊκού επί του Πανηλειακού. Στον πάγκο της ομάδας βρισκόταν ο Χάρι Γκέιμ, ο οποίος με τους δύο συνεχόμενους τίτλους που είχε κατακτήσει το ’61 και το ’62 και έναν ακόμη το 1953, παραμένει μέχρι σήμερα ο προπονητής με τα περισσότερα πρωταθλήματα στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Αν και ο Αγγλος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και διεκδικούσε εκείνες τις ημέρες το τρίτο συνεχόμενο πρωτάθλημά του (χάθηκε με ισοπαλία 3-3 στη Ν. Φιλαδέλφεια σε μπαράζ με την ΑΕΚ, μετά μια απροσδόκητη ήττα από τον ελλιπέστατο Εθνικό την τελευταία αγωνιστική), η διαδοχή έγινε με ομαλό τρόπο και ο νέος τεχνικός έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους οπαδούς των «πρασίνων».

Ασυμβίβαστος και καινοτόμος, ο Μπόμπεκ έβαλε από την αρχή τη σφραγίδα του. Καθιέρωσε τη συστηματική προπόνηση και προετοιμασία των παικτών (μέχρι τότε έπαιζαν απλώς… μπάλα, χωρίς να δίνουν το παραμικρό βάρος στη φυσική κατάσταση), άλλαξε όλη την οργάνωση της ομάδας, επέβαλλε το 4-3-3, σύστημα πρωτόγνωρο για την εποχή και εντελώς διαφορετικό σε αγωνιστική φιλοσοφία με το 4-2-4 που επικρατούσε. Οι ιδέες του χρειάζονταν χρόνο για να αφομοιωθούν και στην αρχή του πρωταθλήματος, οι αναιμικές νίκες του Παναθηναϊκού έφεραν τη συνηθισμένη γκρίνια των πάντα απαιτητικών οπαδών του. Στην πορεία όμως όλα βελτιώθηκαν θεαματικά και η σεζόν έκλεισε με 24 νίκες – 6 ισοπαλίες και το μοναδικό ρεκόρ της κατάκτησης του αήττητου πρωταθλήματος.

Ο Εθνικός ήταν η τελευταία ομάδα που νίκησε τον Παναθηναϊκό στο τέλος του πρωταθλήματος του ’63 και η πρώτη μετά την κατάκτηση του αήττητου τίτλου, στο ξεκίνημα της επόμενης διοργάνωσης. Ηταν η μοναδική ήττα των «πρασίνων» στα δύο πρώτα χρόνια της παρουσίας του Μπόμπεκ. Πήραν και εκείνη την περίοδο το πρωτάθλημα κι αν δεν είχαν χάσει εκείνο το ματς τον Οκτώβριο του 1964 από τον Εθνικό στο Καραϊσκάκη, το ρεκόρ της κατάκτησης δύο συνεχόμενων πρωταθλημάτων χωρίς ήττα θα είχε παγκόσμια απήχηση και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να το επαναλάβει άλλη ομάδα. Οταν έχουν περάσει 50 χρόνια χωρίς να σπάσει το ρεκόρ του ενός αήττητου πρωταθλήματος, πόσα άραγε θα χρειάζονταν αν τα αήττητα πρωταθλήματα ήταν δύο συνεχόμενα;

Ο ασταθής χαρακτήρας του

Οι παίκτες εκείνης της γενιάς του Παναθηναϊκού χαρακτηρίζουν τον Στέφαν Μπόμπεκ τον κορυφαίο προπονητή που εργάστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Αμεση σύγκριση στα μέτρα εκείνης της εποχής κάνουν μόνο με τον Φέρεντς Πούσκας που οδήγησε το «τριφύλλι» στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971, με βασική διαφορά ότι ο Ούγγρος βασίστηκε κυρίως στη δύναμη της ψυχολογίας και στην εκπληκτική επικοινωνία του με τους ποδοσφαιριστές, σε αντίθεση με τον Κροάτη που ήταν δύσκολος χαρακτήρας, αλλά ήταν πολύ μπροστά σε θέματα τακτικής, οργάνωσης και τεχνικών γνώσεων. Οι ιδέες του ήταν πρωτοποριακές και βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό ποδόσφαιρο να ξεφύγει από τα στενά όρια του ερασιτεχνισμού και να οργανωθεί σε πιο επαγγελματικές βάσεις.

Ο Μπόμπεκ δεν ήταν άνθρωπος που επιζητούσε φιλίες. Περιέργως όμως, επηρεαζόταν πολύ από τον στενό κύκλο του και άλλαζε συχνά απόψεις, ανάλογα με τον ποιον άκουγε τελευταίο. Αυτή η αδυναμία του χαρακτήρα του τον έκανε ανασφαλή και ενίοτε ακραίο στις αντιδράσεις του. Σε μια ομάδα μαθημένη επί των ημερών του να κερδίζει σχεδόν πάντα, ακόμα και μια ισοπαλία έφερνε αναταράξεις και εντάσεις στ’ αποδυτήρια, με τον Μπόμπεκ να αντιμετωπίζει κατά καιρούς με καχυποψία ορισμένους παίκτες ή παράγοντες. Οταν χάθηκε το πρωτάθλημα του ’66 έπειτα από μία ήττα – σοκ στη Ν. Σμύρνη που χάρισε τον τίτλο στον Ολυμπιακό, οι αντιδράσεις του θύμιζαν… τσουνάμι. Συνέπλευσε με παράγοντες που κινούνταν αντιπολιτευτικά απέναντι στον ισχυρό άνδρα της εποχής, Αντώνη Μαντζεβελάκη, και «ξήλωσε» σχεδόν όλη την ομάδα που έχασε τον τίτλο. Ηταν η χρονιά της περίφημης «ανανέωσης», μέσα σε ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου. Ο Παναθηναϊκός πήρε το Κύπελλο το ’67, αλλά το γυαλί με τον Μπόμπεκ είχε ήδη ραγίσει…

Η αποπομπή του από τη χούντα και ο Ολυμπιακός

Η αποπομπή του Στέφαν Μπόμπεκ από τον Παναθηναϊκό έγινε με τρόπο που θύμιζε ταινίες του… Τζέιμς Μποντ. Αν και στην τετραετία 1963-66 είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο, έχοντας βάλει ουσιαστικά τις βάσεις για τη δημιουργία της ιστορικής ομάδας του Γουέμπλεϊ, ο Κροάτης είχε ανοίξει αρκετά μέτωπα κυρίως λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του στην ιστορία της «ανανέωσης». Ακόμα και πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 είχε μπει στο στόχαστρο των αρχών λόγω της γιουγκοσλαβικής καταγωγής του, με χαρακτηριστικό ένα δημοσίευμα της «Καθημερινής» στις 18 Αυγούστου του 1966 που αποκάλυπτε ότι «το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης εξετάζει το ενδεχόμενο πολιτικής δραστηριότητας του Μπόμπεκ προς ιδεολογικόν προσηλυτισμόν, με το ερώτημα της απελάσεως».

Η κίνηση αυτή έγινε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, όταν η χούντα τον απομάκρυνε από την Ελλάδα το καλοκαίρι του ’67, με την κατηγορία της «κατασκοπείας». Είναι προφανές, όμως, ότι τα πραγματικά αίτια της αποπομπής του ήταν εντελώς διαφορετικά. Αλλωστε, εάν ετίθετο όντως θέμα κατασκοπείας δεν θα του επιτρεπόταν να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1969 για να αναλάβει τον Ολυμπιακό. Η συνεργασία του Μπόμπεκ με το «αντίπαλο δέος» του Παναθηναϊκού ήταν σύντομη και ταραχώδης. Ηλθε γρήγορα σε ρήξη με τις «βεντέτες» της ομάδας και κυρίως με τον Γιώργο Σιδέρη, δεν βρήκε συμμάχους στην επιθυμία του για την ανανέωση του ρόστερ, ενώ οι οπαδοί των «ερυθρολεύκων» τον αντιμετώπισαν εξ αρχής με καχυποψία λόγω του «πράσινου» παρελθόντος του. Ολα αυτά τον οδήγησαν έπειτα από λίγους μήνες στην πόρτα της εξόδου, για να επιστρέψει στην Ελλάδα και στον Παναθηναϊκό τη σεζόν 1974-75 διαδεχόμενος τον Φέρεντς Πούσκας, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία.