ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Πρωταθλητής με ένα ακόντιο, καλλιτέχνης με μια κιθάρα

Πρωταθλητής με ένα ακόντιο, καλλιτέχνης με μια κιθάρα

Εχει ο αθλητισμός μελωδία; Οι αθλητές, ίσως, απαντήσουν καταφατικά, οι μουσικοί, πιθανόν, να δηλώσουν άγνοια. Σίγουρα, όμως, ο Τάπιο Ραουταβαάρα γνώριζε και τη μελωδία του πρωταθλητισμού αλλά και τον πρωταθλητισμό στη μελωδία. Χρυσός Ολυμπιονίκης στον ακοντισμό, πρωταθλητής κόσμου στην τοξοβολία και ένας από τους πιο αγαπημένους τραγουδιστές των κατοίκων της Φινλανδίας. Ως παιδί κινδύνεψε από υποσιτισμό αλλά όταν μεγάλωσε θεωρείτο ως ένας από τους πιο ωραίους άνδρες της εποχής του.

Ο Τάπιο Ραουταβαάρα γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1915, σε ένα μικρό χωριό (Πιρκάλα) της Φινλανδίας. Οι γονείς του δεν ήταν παντρεμένοι και η μητέρα του, η Χίλντα, εργαζόταν ως μοδίστρα προκειμένου να ζήσει τον γιο της. Ο πατέρας του γρήγορα εγκατέλειψε το σπίτι και πολλές φορές ο μικρός Τάπιο κοιμήθηκε χωρίς να έχει φάει τίποτα όλη την ημέρα. Τα ρούχα ήταν άλλη μία πολυτέλεια για τον πιτσιρικά και η μητέρα του προσπαθούσε με κουρέλια που περίσσευαν από τις πελάτισσές της να ράψει ρούχα ώστε να προστατευτούν από το κρύο και την υγρασία. Παιχνίδια, φυσικά, δεν υπήρχαν. Με το μόνο που μπορούσε να παίξει ο Τάπιο ήταν οι πέτρες. Ετσι, καθημερινά περνούσε ατελείωτες ώρες προσπαθώντας να πετάξει πέτρες, όσο μπορούσε πιο μακριά τρομάζοντας τόσο τη μητέρα του όσο και τους συγχωριανούς του.

Οταν ο μικρός πήγαινε στο δημοτικό, η μητέρα του έπιασε δουλειά σε μία ευκατάστατη οικογένεια και τα οικονομικά τους βελτιώθηκαν. Σε ηλικία 12 ετών, ένας γιατρός συνέστησε στη μητέρα του να ασχοληθεί ο Τάπιο με τον αθλητισμό γιατί επειδή είχε υποσιτιστεί μικρός κινδύνευε η υγεία του. Ετσι, βρέθηκε στον χώρο του στίβου. Ενα χρόνο αργότερα, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σχολείο για να εργαστεί ως πωλητής περιοδικών σε σταθμούς λεωφορείων και τρένων.

Αρχικά, η μόνη διέξοδός του ήταν ο αθλητισμός κάπου εκεί, όμως, ανακάλυψε και τη μουσική. Αρχισε να παρακολουθεί μαθήματα βιολιού και, γρήγορα, οι δάσκαλοί του ανακάλυψαν ένα φυσικό ταλέντο. Σε ηλικία 16 ετών άρχισε να δουλεύει σε λατομείο. Κρύωνε και μισούσε τη δουλειά αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Την ίδια εποχή άρχισε να τραγουδάει και σε κάποια πάρτι οπότε εξασφάλιζε ακόμη κάποια χρήματα.

Ο Τάπιο Ραουταβαάρα, παρά το δύσκολο πρόγραμμα δεν εγκατέλειψε τον αθλητισμό. Η ικανότητά του να πετάει μακριά πέτρες τον ώθησε στον ακοντισμό και το 1934 κατέκτησε ασημένιο μετάλλιο σε διεθνείς αγώνες εργατών. Εκείνη η χρονιά ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον 19χρονο και για ακόμη έναν λόγο: κατάφερε να αγοράσει την πρώτη του κιθάρα, το μουσικό όργανο που τα επόμενα χρόνια θα τον έβγαζε από τη φτώχεια και θα τον έκανε διάσημο στον καλλιτεχνικό στίβο. Δύο χρόνια αργότερα, θα υπηρετήσει τη θητεία του στο ναυτικό της πατρίδας του, ενώ η ικανότητά του στη μουσική και το τραγούδι τον έκανε περιζήτητο στις εκδηλώσεις του ναυτικού.

Κατά τη διάρκεια του Χειμερινού Πολέμου (ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη Φινλανδία) κλήθηκε στην πρώτη γραμμή αλλά γρήγορα οι αξιωματικοί τον χρησιμοποίησαν για τη ψυχαγωγία του στρατού. Χάρη στη βελούδινη φωνή του έπιασε δουλειά στο ραδιόφωνο και γρήγορα το όνομά του ως τραγουδιστής έγινε γνωστό σε όλη τη Φινλανδία. Το 1942 παντρεύτηκε.

Μετά την ολοκλήρωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα άρχισε σιγά σιγά να επανέρχεται σε φυσιολογικούς ρυθμούς και το 1944 διοργανώθηκαν οι αθλητικοί αγώνες. Ο Τάπιο πρώτευσε στο πρωτάθλημα Φινλανδίας, στο ακόντιο.

Η «στοιχειωμένη» κραυγή

Εκείνα τα χρόνια, ο Τάπιο Ραουταβαάρα όταν δεν κρατούσε το ακόντιο έπαιζε κιθάρα. Γρήγορα ήρθαν και οι πρώτες μουσικές επιτυχίες. Παράλληλα, η καριέρα του στον αθλητισμό άρχισε να απογειώνεται. Το 1945 και το 1947 πρόσθεσε στη συλλογή του ακόμη δύο πρωτιές στο πρωτάθλημα Φινλανδίας, ενώ το 1946 ήρθε τρίτος στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Φυσικά, εξασφάλισε και την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου.

Στη διοργάνωση του 1948, ο Τάπιο Ραουταβαάρα με χειρότερη βολή στα 57,59 και καλύτερη στα 69,77 αναδείχθηκε χρυσός Ολυμπιονίκης. Τα επόμενα χρόνια συνεχίστηκε η κυριαρχία του και στα πρωταθλήματα της Φινλανδίας. Το 1950 προετοιμάστηκε για να αγωνιστεί στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Λίγες ημέρες πριν από την αναχώρηση κι ενώ περπατούσαν με τη σύζυγό του στην παραλία του Ελσίνκι είδε ένα παιδάκι να πνίγεται. Χωρίς να διστάσει βούτηξε με τα ρούχα στη θάλασσα. «Το νερό ήταν θολό. Κάθε φορά που βούταγα, ούρλιαζα για βοήθεια. Κατάφερα να ανασύρω το παιδί αλλά όχι να το σώσω. Οσο ζω δεν θα ξεχάσω την κραυγή του πατέρα του. Ακόμα μου τρυπάει τα αυτιά» θα πει αργότερα σε συνέντευξή του.

Με αυτή την… κραυγή στα αυτιά θα ταξιδέψει στις Βρυξέλλες για το ευρωπαϊκό αλλά στον αγώνα δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει. Καμιά βολή δεν ξεπέρασε τα 66,20 και ο προπονητής του τον ρώτησε για την αποτυχία του. Τότε, του μίλησε για την κραυγή που τον είχε «στοιχειώσει». Την ίδια εποχή αποφάσισε να εγκαταλείψει τους στίβους. Μακριά από τον αγωνιστικό χώρο ασχολείτο με τη μουσική και έπαιζε σε ταινίες. Το 1953 άρχισε να ασχολείται με την τοξοβολία και «γνώρισε» το αλκοόλ. Μέχρι εκείνη την ηλικία (38) δεν είχε πιει ποτά. Γεννημένος πρωταθλητής γρήγορα ξεχώρισε και στον χώρο της τοξοβολίας. Αναδείχθηκε ανάμεσα στους κορυφαίος τοξότες της χώρας και μπήκε στην εθνική ομάδα.

Το πολύπλευρο ταλέντο του βυθίστηκε στο αλκοόλ

Το 1955, ο Τάπιο Ραουταβαάρα εκπροσώπησε τη Φινλανδία στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της τοξοβολίας και ανέβηκε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στο ομαδικό. Τρία χρόνια αργότερα θα πρόσθετε στη συλλογή του και το χρυσό μετάλλιο από το παγκόσμιο πρωτάθλημα των Βρυξελλών, πάντα στο ομαδικό.

Η σταδιακά αυξανόμενη εξάρτησή του στο αλκοόλ, όμως, δεν του επέτρεψε να συνεχίσει την αγωνιστική καριέρα στην τοξοβολία. Ετσι, επικεντρώθηκε στη μουσική, το τραγούδι και τον κινηματογράφο. Επαιξε σε πολλές φινλανδικές ταινίες δράσης, ενώ ήταν ανάμεσα στους υποψήφιους για να διαδεχθεί τον Τζόνι Βαϊσμίλερ στον ρόλο του Ταρζάν.

Τη δεκαετία του 1950 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 το «αστέρι» του Τάπιο μεσουρανούσε στη φινλανδική μουσική. Η εξάρτησή του από το αλκοόλ, όμως, ενοχλούσε την οικογένειά του και ύστερα από πίεση της γυναίκας του πήγε σε ειδικό κέντρο για να απεξαρτηθεί από το αλκοόλ. Και τα κατάφερε.

Τα επόμενα χρόνια γράφει μεγάλες επιτυχίες, παίρνει μέρος σε πολλές συναυλίες αλλά, κάποια στιγμή, άρχισε και πάλι να ακούει τη φωνή από τον πατέρα του παιδιού που δεν κατάφερε να σώσει. Κατέφυγε και πάλι στο αλκοόλ. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και ο διάσημος τραγουδιστής «βυθίστηκε» στο ποτό.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1979, κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης σε ένα κολυμβητήριο έπεσε και χτύπησε. Στο νοσοκομείο, όπου οδηγήθηκε, οι γιατροί δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία γιατί πίστεψαν ότι ήταν μεθυσμένος. Την επόμενη νύχτα πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία. Ως κληρονομιά άφησε περισσότερα από 300 τραγούδια και 20 κινηματογραφικές ταινίες. Πριν από έναν χρόνο, στη Φινλανδία γιόρτασαν τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, ενώ κυκλοφόρησε και ντοκιμαντέρ για τη ζωή του.