ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Στους ουρανούς ο «ιπτάμενος Ολλανδός»

Στους ουρανούς ο «ιπτάμενος Ολλανδός»

Ηταν 1974. Μια ταραχώδης, αλλοπρόσαλλη χρονιά. Οι δικτατορίες έπεφταν στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, οι ΗΠΑ του Νίξον συγκλονίζονταν από το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ, ο στρατηγός Περόν της Αργεντινής έπνεε τα λοίσθια, πέθαινε ο βασιλιάς της τζαζ, Ντιουκ Ελιγκτον· μέχρι και οι Ιταλοί αποδέχονταν το διαζύγιο μέσα από δημοψήφισμα, κλείνοντας στο συρτάρι άλλες πιο… παραδοσιακές μεθόδους επίλυσης οικογενειακών διαφορών, οι οποίες συνήθως είχαν κατάληξη κάποιο νοσοκομείο ή νεκροταφείο.

Κάπου εκεί μέσα, το παγκόσμιο ποδόσφαιρο υποδεχόταν, στη Δυτική Γερμανία, το νέο τρόπαιο των Παγκοσμίων Κυπέλλων που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, αντικαθιστώντας αυτό του Ζιλ Ριμέ με τη Νίκη της Σαμοθράκης, για το 10ο Μουντιάλ. Η Ολλανδία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», το «κουρδιστό πορτοκάλι» του Ρίνους Μίχελς και του καχεκτικού 26χρονου Γιόχαν Κρόιφ, αντιμετώπιζε στον τελικό τη Δ. Γερμανία, τα «πάντσερ» του Χέλμουτ Σεν και του Γκερντ Μίλερ. Είναι απόγευμα της 7ης Ιουλίου. Περίπου 80.000 φίλαθλοι στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου βλέπουν κατάματα τον… ολοκληρωτικό εφιάλτη.

Με τη σέντρα, οι Ολλανδοί αλλάζουν 14 φορές την μπάλα. Κανείς Γερμανός δεν προλαβαίνει να ακουμπήσει την ασπρόμαυρη σφαίρα, παρά μόνον ο Χένες το πόδι του Κρόιφ μέσα στην περιοχή του Μάγερ. Ο Βρετανός διαιτητής, Τζακ Τέιλορ, δείχνει την άσπρη βούλα και μόλις στο 2΄ ο Γιόχαν Νέεσκενς δίνει προβάδισμα στους «οράνιε». Hταν ο πρώτος από τους δύο χαμένους τελικούς της μεγάλης Ολλανδίας των Παγκοσμίων Κυπέλλων και του Γιόχαν Κρόιφ (αν και απείχε το ’78), ο οποίος έφυγε από τη ζωή χθες στη Βαρκελώνη, νικημένος από τον καρκίνο και το κάπνισμα, μόλις στα 68 του χρόνια.

Ο «ιπτάμενος Ολλανδός» έζησε μια μυθική ποδοσφαιρική ζωή και παρότι η μοίρα δεν του χάρισε ένα παγκόσμιο κύπελλο, ανταπέδωσε θαρρείς με σπουδαίους τίτλους με τον Αγιαξ, την Μπαρτσελόνα και τη Φέγενορντ. Είχε μπει στον «Αίαντα» για να μαζεύει μπάλες, να καθαρίζει τα παπούτσια των μεγάλων παικτών της εποχής, να τοποθετεί τα σημαιάκια του κόρνερ και να βοηθά τη μάνα του που δούλευε στην καντίνα της ομάδας. Ηθελε να γίνει μέλος της ομάδας, αλλά η εικόνα του ασθενικού παιδιού και ο δύστροπος χαρακτήρας του δεν έπειθαν κανέναν προπονητή.

Μέχρι που έγινε η αρχή. Παιδί ακόμη έπαιξε στη Εθνική Ολλανδίας, πέτυχε γκολ και το μάτι ενός διαιτητή με τη γροθιά του, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Το ταλέντο του όμως τον κράτησε στην ποδοσφαιρική «ζωή». Μια ζωή πλούσια σε χρήμα και τίτλους: τρεις συνεχόμενους τίτλους πρωταθλητριών Ευρώπης με τον Αγιαξ (1971-3), μεταξύ αυτών και ο αξέχαστος τελικός με τον Παναθηναϊκό στο Ουέμπλεϊ, 8 πρωταθλήματα Ολλανδίας με τον Αγιαξ και 5 κύπελλα (συν ακόμη ένα πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Φέγενορντ), δύο ευρωπαϊκά Σούπερ καπ, ένα Διηπειρωτικό και με την Μπαρτσελόνα από ένα πρωτάθλημα και κύπελλο Ισπανίας. Αποσύρθηκε στα 37 του και έγινε προπονητής στον Αγιαξ και στην Μπαρτσελόνα με δεκάδες τρόπαια, έως ότου τα καρδιολογικά προβλήματα και ο καρκίνος τον ανάγκασαν να αποσυρθεί για τη μεγαλύτερη μάχη του.

Οπως πολλές μεγάλες προσωπικότητες, έτσι και αυτός είχε πάθη. Το τσιγάρο δεν το αποχωρίστηκε ποτέ, ακόμη και την εποχή που αγωνιζόταν. Ούτε ακόμη και μπροστά στον Μίχελς, όταν προσπάθησε να το κρύψει στη χούφτα του, υπομένοντας το κάψιμο.

Και όταν κάποτε τον ρώτησαν αν ως προπονητής επιτρέπει στους παίκτες του να καπνίζουν, εκείνος απάντησε: «Αν είναι τόσο καλοί όσο εγώ, γιατί όχι». Πεισματάρης και αθεράπευτα ρομαντικός, ο Γιόχαν Κρόιφ σφράγισε μια ολόκληρη εποχή κατά την οποία το ποδόσφαιρο είχε διαφορετική κουλτούρα από τη σημερινή. Κάποια στιγμή το τσιγάρο αντικαταστάθηκε –θέλοντας και μη– από γλειφιτζούρι. Ηταν όμως αργά. Οι περισσότεροι πάντως είναι σίγουροι πως αν ο Κρόιφ ζούσε ξανά, πάλι τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσε. Ακόμη κι αν ήξερε την κατάληξη. Θα πέταγε ψηλά σαν άλλος Ικαρος και ας έκαιγε τα φτερά του. Καλό ταξίδι, «ιπτάμενε Ολλανδέ»…