ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο «κεραυνός» της Αυστρίας που διέπρεψε στο σκι

Ο «κεραυνός» της Αυστρίας που διέπρεψε στο σκι

«Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι». Δεν ξέρουμε εάν ο Τόνι Ζάιλερ είχε διαβάσει τον «Επιτάφιο του Περικλή», αλλά αυτή η φράση αποτελούσε, για εκείνον, στάση ζωής. Από τότε που, μόλις δύο ετών παιδάκι, φόρεσε για πρώτη φορά τα σκι μέχρι την ηλικία των 73 ετών που χαμογελαστός έφυγε, νικημένος από τον καρκίνο. Ηταν η μόνη μάχη που έχασε…

Ο Τόνι Ζάιλερ γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1935 στο Κιτσμπούελ της Αυστρίας, μια περιοχή που θεωρείται «πρωτεύουσα» για τα σπορ του χιονιού. Ηταν μόλις δύο ετών, ηλικία που τα περισσότερα παιδιά μαθαίνουν να περπατάνε χωρίς να πέφτουν συνεχώς, όταν φόρεσε για πρώτη φορά σκι και μαγεύτηκε με το νέο… παιχνίδι. Τότε δεν ήξερε να περιγράψει την αίσθηση ελευθερίας που νιώθει ο σκιέρ όταν γλιστράει σε μία πλαγιά ,αλλά ήξερε να πει στους γονείς του ότι του άρεσε να παίζει τρέχοντας στο κατάλευκο τοπίο.

Από τότε τα σκι έγιναν για τον νεαρό Τόνι η… προέκταση του σώματός του. Σε ηλικία 12 ετών ήταν, ήδη, ανάμεσα στους κορυφαίους του τοπικού συλλόγου σκι και οι άνθρωποι του αθλήματος είχαν εντυπωσιαστεί με το ταλέντο του ατρόμητου πιτσιρικά. Ολοι πίστευαν ότι θα γράψει «χρυσή» ιστορία στο άθλημα. Και από το 1952 άρχισε να τους επιβεβαιώνει. Στο γκραν πρι του Μεζέβ κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην κατάβαση. Ενας 16χρονος άφησε πίσω του τους κορυφαίους σκιέρ της εποχής. Και κάπου εκεί απέκτησε το προσωνύμιο «Κεραυνός από το Κιτς» που θα τον συντρόφευε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Η επόμενη χρονιά, όμως, δεν ήταν καλή για τον νεαρό σκιέρ. Από μικρός είχε μάθει να ζει με οδηγό την αδρεναλίνη. Οι πίστες ήταν το σπίτι του και η λέξη κίνδυνος… άγνωστη. Λάτρευε το ρίσκο. Ενα σπασμένο πόδι αποτέλεσε φυσικό επακόλουθο. Οι επόμενοι μήνες κύλησαν για τον Τόνι Ζάιλερ μακριά από τις αγαπημένες του πίστες, με αποτέλεσμα στις αγωνιστικές υποχρεώσεις του 1954 να εμφανιστεί ανέτοιμος.

Το 1955 επέστρεψε σιγά σιγά με στόχο να διεκδικήσει μία θέση στην εθνική ομάδα της Αυστρίας και να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1956. Και τα κατάφερε.

Τις διοργανώσεις είχε αναλάβει η Κορτίνα Ντ’ Αμπέτσο. Στην ιταλική πόλη ήταν να πραγματοποιηθεί και το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1941, το οποίο δεν διεξήχθη εξαιτίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και εκεί, λοιπόν, στην οροσειρά Δολομίτες, στον εντυπωσιακό γεωλογικό σχηματισμό της βορειοδυτικής Ιταλίας, ο Τόνι Ζάιλερ έγραψε κάποιες από τις χρυσές σελίδες της ιστορίας του.

Οι δύο πρώτες επιτυχίες του ήρθαν στο σλάλομ (κατάβαση) και στη γιγαντιαία τεχνική κατάβαση (γιγαντιαίο σλάλομ). Κατά τη διάρκεια του αγώνα της ελεύθερης κατάβασης έσπασε το λουράκι που συγκρατεί την μπότα του σκι. Χωρίς αυτό θα έπρεπε να αποχωρήσει από τον αγώνα. Δανείστηκε ένα από τον προπονητή της ιταλικής ομάδας και βρέθηκε στον τερματισμό 3,5 δευτερόλεπτα γρηγορότερα από τον δεύτερο. Οι χρόνοι του ήταν: 2.52.2 για την ελεύθερη κατάβαση, 3.00.1 για τη γιγαντιαία και 3.14.7 για το σλάλομ. Κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια και έγινε ο πρώτος αθλητής που πέτυχε κάτι παρόμοιο. Χρειάστηκε να περάσουν 12 χρόνια για να καταφέρει άλλος αθλητής κάτι παρόμοιο και, φυσικά, ο Ζαν-Κλοντ Κιλί (1968) δεν μπόρεσε να πετύχει τη χρονική διαφορά που είχε ο Ζάιλερ από τους αντιπάλους του. Η Κορτίνα Ντ’ Αμπέτσο υπήρξε από τις αγαπημένες πόλεις του πρωταθλητή, γιατί εκεί στέφθηκε πρωταθλητής κόσμου σε ελεύθερη κατάβαση, σλάλομ, γιγαντιαίο σλάλομ και σύνθετη κατάβαση.

Από τις πίστες στα πλατό…

Ο Τόνι Ζάιλερ ήταν ένας από τους πιο ωραίους άνδρες της εποχής του. Οι αθλητικές επιτυχίες του σε συνδυασμό με τα αδρά χαρακτηριστικά του προσώπου του προσέλκυσαν το ενδιαφέρον τηλεοπτικών παραγωγών και από τις παγωμένες πίστες βρέθηκε στα κινηματογραφικά πλατό. Αρχισε καριέρα ως ηθοποιός σε κωμωδίες που είχαν σχέση με το σκι ενώ, παράλληλα, έκανε και μαθήματα.

Το 1958 πήρε μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα που διεξήχθη στο Μπαντ Γκαστέιν και, όπως αναμενόταν, ήταν ο πρωταγωνιστής. Χρυσά μετάλλια σε ελεύθερη κατάβαση, γιγαντιαίο σλάλομ και σύνθετη κατάβαση, ενώ έχασε, για ελάχιστα δευτερόλεπτα, την πρωτιά στο σλάλομ. Και κάπου εκεί τελείωσε η καριέρα του στον πρωταθλητισμό. Τα χρήματα που εισέπραττε ως δάσκαλος του σκι ώθησαν τους ιθύνοντες να τον χαρακτηρίσουν «επαγγελματία αθλητή» και, έτσι, του απαγόρευσαν να αγωνίζεται. Το 1959 κρέμασε τις αγωνιστικές μπότες του.

Το σκι ήταν μέρος της ζωής του και ο Τόνι Ζάιλερ δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τον χώρο. Ηταν το άθλημα, το οποίο τον καταξίωσε και γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τι ήθελαν οι αθλητές του. Ιδρυσε μια εταιρεία που έφτιαχνε ρούχα για σκιέρ και γρήγορα η επιχείρηση μπήκε ανάμεσα στις καλύτερες του χώρου, σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα, έγινε και ο πρώτος που κατασκεύασε σκι από φάιμπεργκλας. Την ίδια εποχή πρωταγωνίστησε σε τηλεοπτικές σειρές και μάγεψε το γυναικείο κοινό. Εκτός από την ηθοποιία ασχολήθηκε και με το τραγούδι. Ηχογράφησε 18 άλμπουμ.

Εκείνη την εποχή, για ένα καλοκαίρι, βρέθηκε στο Γουίστλερ στον Καναδά προκειμένου να μυήσει τους Καναδούς στα μυστικά του αλπικού σκι. Εργάστηκε ως προπονητής αλλά δεν κατάφερε να μείνει πολύ καιρό μακριά από την αγαπημένη του Αυστρία και τις πίστες της.

«Ξέρω ακριβώς τι θα μου συμβεί και δεν φοβάμαι»

Το 1972, ο Τόνι Ζάιλερ ανέλαβε τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή στην Αυστρία. Με υπομονή μάθαινε σε νεαρούς σκιέρ τα μυστικά του αθλήματος και όταν τους έβλεπε να αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες, τους έλεγε: «Η ζωή στο βουνό είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη». Εκείνη την εποχή σημειώθηκε το μοναδικό… μελανό σημάδι σε μια καριέρα λευκή όπως το αλπικό χιόνι. Σύμφωνα με δημοσίευμα του περιοδικού «Skiing» (Σεπτέμβριος του 1975), ο Τόνι Ζάιλερ κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 συνελήφθη μεθυσμένος και υπήρχε και κατηγορία για σεξουαλική παρενόχληση. Μάλιστα, η πρεσβεία της Αυστρίας πλήρωσε για να μην οδηγηθεί φυλακή.

Το 1976 ολοκλήρωσε τη συνεργασία με την ομοσπονδία της χώρας του και την ίδια χρονιά παντρεύτηκε. Η γυναίκα του, όμως, το 2000 πέθανε από καρκίνο. Λίγο αργότερα παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Το 2004 αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για δήμαρχος του Κιτσμπούελ αλλά, ύστερα από λίγες εβδομάδες, απέσυρε την υποψηφιότητά του, διότι όπως υποστήριξε, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι επρόκειτο για μια εργασία πλήρους απασχόλησης. Το 2006 αποχώρησε και από τη θέση του υπεύθυνου της χιονοδρομικής πίστας Χάνενκαμ, όπου εργαζόταν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Δύο χρόνια αργότερα ανακοίνωσε ότι είχε προσβληθεί από καρκίνο στον λάρυγγα και θα ξεκινούσε χημειοθεραπείες. «Το έχω ζήσει και με την πρώτη σύζυγό μου. Ξέρω ακριβώς τι θα μου συμβεί και δεν φοβάμαι», δήλωσε χαμογελώντας, ενώ μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του συζητούσε και συμβούλευε νεαρούς αθλητές του σκι.

Στις 24 Αυγούστου 2009 έφυγε από τη ζωή. Η ταφή της σορού πραγματοποιήθηκε στο Κιτσμπούελ. Η τελετή της κηδείας του έγινε κοντά στη γραμμή τερματισμού της πίστας Χάκενκαμ. Αυτής της γραμμής που είχε περάσει τόσες φορές ως νικητής…