ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αρχαίο εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας

Q.T. Cisero: «Εγχειρίδιο προεκλογικήςεκστρατείας». Εισαγωγή-μετάφραση: Αθηνά Δημοπούλου-Πηλιούνη. Πρόλογος: Καλλιόπη (Κέλλυ) Μπουρδάρα. Εκδόσεις «Πατάκη», 2004, σελ. 167.

Μπορεί σήμερα το όνομα Κικέρων να ηχεί ενδοξότατο, ακριβώς όπως το επιθύμησε και το επιδίωξε ο φορέας του, όταν πάντως ο δεινός ρήτορας Μάρκος Τύλλιος Κικέρων αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική και έθεσε για πρώτη φορά εκλογική υποψηφιότητα, κάποιος από τους συμβούλους του (δεν είναι εφεύρεση των «μοντέρνων καιρών» οι επικοινωνιολόγοι, αφού οι γνωστές και από τον Ελιοτ «δυσκολίες πολιτευομένων» είναι παμπάλαιες) τού συνέστησε να αλλάξει το όνομά του. Γιατί; Γιατί ήταν κακόηχο, άρα μάλλον δεν προδίκαζε επιτυχία? «sicero» έλεγαν οι Ρωμαίοι το ρεβίθι, και το οικογενειακό όνομα του Κικέρωνα οφειλόταν στο «ρεβίθι» που είχε στο πρόσωπό του κάποιος πρόγονός του. Ωστε λοιπόν ούτε και η «πολιτική ονοματοκρατία» είναι επινόηση των καιρών μας, και μάλιστα του κ. Πάγκαλου, ο οποίος προέτρεψε προ καιρού τον κ. Αλογοσκούφη να αλλάξει το όνομά του αν θέλει να προκόψει στην πολιτική, όπου ως γνωστόν ευτυχούν και πρωτεύουν εύηχα ονόματα, όπως το δικό του.

Αλλά αυτό δεν ήταν το μοναδικό εμπόδιο στις πολιτικές φιλοδοξίες του Κικέρωνα. Το σοβαρότερο ήταν ότι δεν διέθετε την παραμικρή οικογενειακή παράδοση στην άσκηση της εξουσίας. Ηταν, δηλαδή, ένας «homo novus», ένας νέος άνδρας στο μάλλον κλειστό επάγγελμα των εξουσιαστών. Αν αναζητούσαμε τον μακρινό πρόγονο της δικής μας «κληρονομικής δημοκρατίας», όπου οι θώκοι μεταβιβάζονται από πατέρα σε γιο (ή σε κόρη ή σε ανιψιό ή σε γαμπρό), ίσως να τον εντοπίζαμε στη λεγόμενη κληρονομική αριστοκρατία, τη διαβόητη nobilitas, η οποία αφαιρούσε πολύ από το νόημα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, της Res Publica. Εως τον 2ο αιώνα π.Χ., σημειώνει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια του «Εγχειριδίου Προεκλογικής Εκστρατείας» Αθηνά Δημοπούλου – Πηλιούνη, που διδάσκει Ιστορία Δικαίου και Ρωμαϊκό Δίκαιο στη Νομική Σχολή Αθηνών, «140 από τους 200 περίπου υπάτους είχαν προέλθει από 16 μόνον οικογένειες πατρικίων». Μάλλον δεν λαθεύει εντελώς το τραγούδι όταν βεβαιώνει ότι «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

Πρώτος ύπατος

Παρ’ όλα τα προβλήματα, ο Κικέρων δεν δίστασε να πολιτευτεί. Οι επιτυχίες του μάλιστα, και το σύνηθες κράμα φιλοδοξίας και φιλοπατρίας, τον οδήγησαν, το 64 π.Χ., να διεκδικήσει και τελικά να κατακτήσει το κορυφαίο αξίωμα του πρώτου υπάτου, με αντίπαλο μάλιστα τον επίσης διάσημο Κατιλίνα. Οι προεκλογικές ατασθαλίες του Κατιλίνα και τα ποσά που σπατάλησε για να εξαγοράσει ψήφους, θύμωσαν τον Κικέρωνα, ο δε θυμός του προσέφερε στους επόμενους αιώνες ένα από τα δημοφιλέστερα ρητορικά αποκούμπια τους: την περίφημη φράση «O tempora, o mores!» (Ω καιροί, ω ήθη), η οποία διεκδικεί τα πρωτεία χρήσεως από τη φράση «Αιδώς Αργείοι».

Για να βοηθήσει λοιπόν τον Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα, που με το καθαυτό φιλοσοφικό του έργο λειτούργησε σαν άξιος μεταφορέας (και όχι μόνο) βασικών ιδεών των Ελλήνων φιλοσόφων στη Ρώμη, ο μικρότερος αδελφός του, ο Κόιντος Τύλλιος Κικέρων, συνέταξε ένα «Εγχειρίδιο Προεκλογικής Εκστρατείας». Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια μετά, μπορούμε να το δούμε σαν την προκαταβολή των «οδηγιών προς πολιτευομένους» που συντάσσουν οι σύγχρονοί μας ειδικοί της επικοινωνιολογίας, πραγματικοί ή αυτόκλητοι, τηλεπαραθυρόβιοι ή αφανείς, οι οποίοι τείνουν να μετατραπούν σε προκρούστειων ορέξεων κοπτορράπτες της κοινωνίας.

Σαν καλός αδελφός, ο Κόιντος εμπιστεύεται και την αξία και την ηθική του Μάρκου, του οποίου άλλωστε τη λογική απηχεί το εν λόγω εγχειρίδιο. Υποθέτει ωστόσο ότι μία επιτυχής προεκλογική εκστρατεία δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στα προσόντα του υποψηφίου και στην εν γένει αγαθότητά του. Του επισημαίνει, λοιπόν, ότι «οι άνθρωποι ωθούνται να σε προτιμήσουν από τρία πράγματα ειδικότερα, τις χάρες, την προσδοκία και την αυθόρμητη συμπάθεια», και τον καλεί να καλλιεργήσει πρωτίστως το πεδίο της προσδοκίας και της χάρης, η οποία διαθέτει και πιο ωμό όνομα: ρουσφέτι. O καλός συμβουλάτορας γνωρίζει ήδη πόση αξία έχουν οι εντυπώσεις και η διαφήμιση, για τούτο και συστήνει: «Πρέπει να δημιουργήσεις φίλους όλων των ειδών: για τις εντυπώσεις, άνδρες με επιφανή αξιώματα και επώνυμους, οι οποίοι, ακόμα κι αν δεν μετέχουν ενεργά στην προεκλογική εκστρατεία, προσδίδουν, παρ’ όλα αυτά, στον υποψήφιο κάποιο γόητρο». Τι βλέπουμε σήμερα στα προπαγανδιστικά φυλλάδια των υποψηφίων; Φωτογραφίες τους με προέδρους, πρωθυπουργούς, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, δηλαδή φωτογραφίες δανεικού γοήτρου.

Επιπλέον, ο Κικέρων ο νεότερος συμβουλεύει τον πρεσβύτερο και διασημότερο αδελφό του να ποντάρει ιδιαίτερα στη διαφήμιση, στη σκανδαλολογία κατά του αντιπάλου και στα ρουσφέτια: «Τα ρουσφέτια πρέπει να τα διαφημίζεις και να τα προβάλλεις, φροντίζοντας να είσαι προσιτός μέρα και νύχτα, κρατώντας ανοιχτή όχι μόνο την πόρτα του σπιτιού σου αλλά και την έκφραση του προσώπου σου, που είναι το κατώφλι της ψυχής σου». Ιδού λοιπόν γιατί οι πολιτευόμενοι εμφανίζονται πάντοτε γελαστοί (ενίοτε μέχρι φαιδρότητος) στις προεκλογικές φωτογραφίες τους.

Σε τούτο το «Εγχειρίδιο» η πολιτική στοιχειοθετείται και προτείνεται σαν τέχνη της κολακείας, άρα και της συνοδευτικής ψευδολογίας, δοθέντος ότι «οι άνθρωποι δε θέλουν μόνο υποσχέσεις, ειδικά όταν ζητούν κάτι από έναν υποψήφιο, αλλά θέλουν υποσχέσεις πλούσιες και κολακευτικές». Ποιο πρέπει λοιπόν να είναι το άρθρον πρώτον στο σύμβολο πίστεως ενός καλού υποψηφίου; «Αυτό που χρειάζεται επιτακτικά είναι η κολακεία, που, ακόμη κι αν στην υπόλοιπη ζωή είναι ένα κακό ελάττωμα, παρ’ όλα αυτά, στην προεκλογική εκστρατεία είναι απαραίτητη».

Ο «Ηγεμόνας»

Θα περάσει μιάμιση χιλιετία ώσπου ο Νικολό Μακιαβέλι να συντάξει, στον «Ηγεμόνα» του, το Εγχειρίδιο του Εξουσιούχου, μέχρις ωμότητος ευθύ: «O ηγεμόνας πρέπει να φαίνεται, στην όψη και στο άκουσμα, όλος ψυχοπόνια, όλος πίστη, όλος ακεραιότητα, όλος ανθρωπιά, όλος θεοσέβεια. […] Στο σύνολό τους οι άνθρωποι κρίνουνε πιο πολύ απ’ ό,τι βλέπουν τα μάτια τους παρά από τις χειροπιαστές πράξεις? γιατί όλοι έχουν το χάρισμα να βλέπουν, όμως λίγοι καταλαβαίνουν. O καθένας βλέπει τι φαίνεσαι, λίγοι νιώθουν τι είσαι. […] H μάζα πάντα μαγεύεται από τα φαινόμενα κι από την επιτυχία» (μετάφραση Τάκη Κονδύλη, «Κάλβος», 1984).

Και θα περάσουν άλλοι τρεις αιώνες ώσπου ο Τζόναθαν Σουίφτ να περιλάβει με τη σάτιρά του τους ψευδόμενους πολιτικούς, δημοσιεύοντας την «Τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας» (μετάφραση Αλόης Σιδέρη, «Αγρα», 1995), όπου, ο μίζερος, βρίσκει ένα και μόνον ένα τρόπο ικανό να αποδώσει σε κάποιο κόμμα τη χαμένη του τιμή: «Το κόμμα που θέλει να αποκαταστήσει το κύρος και την αξιοπιστία του πρέπει, επί τρεις μήνες, να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτε που να μην είναι αληθινό και πραγματικό? είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκτήσει το δικαίωμα να πλασάρει ψέματα τους επόμενους έξι μήνες». Προσοχή όμως: «Το να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός? όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός».

Μα τι σημασία έχουν όλα τούτα σε μια εποχή που «έχουν πέσει οι διαχωριστικές γραμμές» και αγγέλλεται η «πλέρια συμμετοχική δημοκρατία»;