ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τρεις καλές παραστάσεις στη σειρά – κι η τρίτη η… καλύτερη

Γυμναστής επρόκειτο να γίνει ο Γιάννης Κότσιφας, αυτό τουλάχιστον ήξερε ώς τα 22 του. Ως το 4ο έτος δηλαδή της Γυμναστικής Ακαδημίας -το οποίο έμελλε να μην τελειώσει ποτέ. Γιατί τότε, μπήκε με σφοδρότητα στη ζωή του το θέατρο.

Αλμα στο χρόνο: Φέτος παίζει στο έργο του Σαμ Σέπαρντ «True west», που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Κι ενώ δίπλα του λάμπει σ’ έναν εντυπωσιακό ρόλο ο έμπειρος πλέον πρωταγωνιστής Νίκος Καραθάνος, ο νεαρός Κότσιφας, στον τρίτο του μόλις ρόλο, όχι μόνο δεν καταποντίζεται στον άλλο μεγάλο ρόλο του έργου -κάνουν δύο αδέλφια εντελώς διαφορετικής νοοτροπίας και τρόπου ζωής-, αλλά εν τέλει κερδίζει τις εντυπώσεις με μια ερμηνεία στέρεη και πλαστική, ρωμαλέα κι ευαίσθητη ταυτόχρονα.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αμαλιάδα. Καλός μαθητής και καλός αθλητής -το βασικό του άθλημα ήταν το βόλεϊ-, δεν δυσκολεύτηκε να περάσει στη Γυμναστική Ακαδημία, οπότε και ήρθε στην Αθήνα. «Προχωρούσα ομαλά στις σπουδές μου», λέει, «ήμουν πια τελειόφοιτος κι είχα πάρει και ειδικότητα – όχι στο βόλεϊ. Στην κολύμβηση. Γιατί δεν με γέμιζε η σχολή, με είχε απογοητεύσει κι έψαχνα να βρω καινούργια ενδιαφέροντα. H κολύμβηση. Ή η χορωδία του πανεπιστημίου…».

Στη χορωδία γνωρίστηκε με τον επίσης σήμερα ηθοποιό Δημήτρη Ντάσκα, φοιτητή της Νομικής τότε, «ο οποίος μου είπε γιατί δεν πας στη Θεατρική Ομάδα, που δεν πάνε και πολλά αγόρια κι έχει ανάγκη; Και πήγα. Αυτό έγινε στην αρχή του 4ου έτους. Στα μισά της χρονιάς είπα «Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»».

Μόλις τότε άρχισε να βλέπει θέατρο. «H μόνη επαφή έως τότε ήταν οι τραγωδίες που έρχονταν στο Φεστιβάλ της Ηλιδας, όπου μας έπαιρναν μερικούς μαθητές για κομπάρσους -φρουροί και τέτοια. Μου άρεσε η ατμόσφαιρα με τους ηθοποιούς κ.λπ., αλλά ούτε που είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσα εγώ να γίνω ηθοποιός».

Τον πήραν στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου είχε καθηγητές τους Τσακίρογλου, Χατζηαργύρη, Νικηφοράκη, Μπουσδούκο, Βαλάκου, Ψαρρά… Συνεσταλμένο παιδί «στην αρχή ζορίστηκα», λέει. «Σιγά σιγά, όμως, λύθηκα. Βοήθησε πολύ και το ότι εργάστηκα ως βοηθός του Δημήτρη Μαυρίκιου στην «Ηλέκτρα», που ανέβασε το Εθνικό με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Εκεί μάλιστα πρωτόπαιξα, όταν έκανα αντικατάσταση στο βουβό ρόλο του Πυλάδη».

Ακολούθησαν οι τρεις ωραίοι -και ο ένας μεγαλύτερος από τον άλλο- ρόλοι που έχει κάνει μέχρι σήμερα, όλοι σε σκηνοθεσία Μαυρίκιου: Ανδρόνικος στο «Εβδομο ρούχο» της Φακίνου, που παίχτηκε δύο χρονιές στο Θέατρο του Βογιατζή. Γιος στο «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, πέρυσι στο Εθνικό. Κι αυτό που κάνει τώρα στο Τέχνης – πρωταγωνιστικός ρόλος και δύσκολος.

«Με φόβισε πολύ, παρ’ όλο που ένιωθα ασφάλεια έχοντας πλάι μου τον Μαυρίκιο και τον Καραθάνο, με τους οποίους έχω δουλέψει σε όλα τα έργα μέχρι τώρα. Δούλεψα το εκατονταπλάσιο απ’ ό,τι στον Πιραντέλο, αλλά φοβόμουν. Μέχρι και λίγο πριν από την πρεμιέρα έλεγα ότι δεν κάνω τίποτα…».

Αλλα όμως έδειξε η παράσταση. Και οι αντιδράσεις όσων την είδαν μέχρι τώρα. Κι ο μικρός βολεϊμπολίστας που ήθελε, για αλλαγή, να γίνει κολυμβητής, ξανοίγεται ήδη με «ανοιχτές» στα κύματα του θεάτρου.