ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντιστιξεις

Είναι αυταπάτη να θεωρούμε πως εξελίσσεται μόνο η μουσική γλώσσα και όχι η ικανότητα του ακροατή να ακούει, άρα και να προσλαμβάνει διαφορετικά τη μουσική.

Κατ’ αναλογίαν προς τις εποχές της μουσικής υπάρχουν και οι εποχές του ακροατή, και στο γύρισμά τους διαφοροποιείται η μουσική για τα αφτιά του.

Μουσικές που λατρέψαμε με πάθος, πέφτουν στην ακουστική μας ψυχρότητα. Συνθέσεις που για χρόνια δεν μας συγκινούσαν, ξανανακαλύπτονται. Συνθέτες πολυακουσμένοι μάς αποκαλύπτουν άλλα μυστικά. Προσφιλή είδη δημιουργούν κόπωση. «Ξαφνικά, ένα πρωί, συνειδητοποίησα», λέει ένας έγκυρος «ακροατής» όπως ο Britten, «πως δεν ήθελα να ξανακούσω ποτέ πια την «Μποέμ»» και αυτή η αυθαίρετη, ακραία δήλωση δεν στερείται νομιμότητας.

Δεν υπαινίσσομαι, ασφαλώς, πως οι νέοι ακούν λάθος, οι μεγάλοι πιο σωστά και μόνον οι ηλικιωμένοι έχουν το αλάθητο (άλλωστε, πολλοί απ’ αυτούς, συνήθως με δυσκολία ακούν πλέον οτιδήποτε). Εννοώ πως, αν υπάρχει (και υπάρχει) συνθετική ωριμότητα και ερμηνευτική ωριμότητα, κατά την ίδια έννοια πρέπει να εικάσουμε πως υπάρχει και ακροαστική ωριμότητα που, ασφαλώς, δεν συναρτάται πάντα, όπως και οι πρώτες, με την ηλικία.

Γιατί, αν θεωρήσουμε την ακρόαση έργο (και γιατί όχι, αφού ο ακροατής αναπλάθει και ερμηνεύει δημιουργικά τη μουσική που ακούει), άλλο είναι, εν προκειμένω, το δικό του «Opus 1», άλλο το «Opus 500» και άλλο το «Opus 5.000»!

Η άναρχη εξέλιξη των μουσικών κωδίκων στην μουσική ιστορία αποκτά στα αυτιά του ακροατή μια κατασταλαγμένη συμμετρία.

Η ακροαστική γλώσσα, μια γλώσσα από έξω προς τα μέσα, διαμορφώνεται -με υστέρηση, ασφαλώς, όπως το κινηματογραφικό decalage- με τον ίδιο τρόπο που εξελίσσεται η μουσική από μέσα προς τα έξω.

Ο ερμηνευτής – ακροατής ισορροπεί, εν τέλει, τα ακροάματα και τις σύστοιχες συγκινήσεις τους, όπως ο μαέστρος ισορροπεί τους ηχητικούς όγκους της ορχήστρας.

Στο τέλος κάθε εκτέλεσης, μέρος του χειροκροτήματος τού ανήκει.