ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα μουσεία… εγκαταλείπουν το κράτος

Οι κρατικές επιδοτήσεις για τον πολιτισμό στη Γερμανία -σε αντίθεση με τον δικό μας…- φθίνουν δραματικά. Οι νέες πολιτικές συνθήκες μετά το 1989 συρρίκνωσαν τις δυνατότητες των πολιτιστικών φορέων, κάνοντας τους πιο πολυδάπανους από αυτούς, όπως όπερες, θέατρα και μουσεία, «προβληματικούς» με αποτέλεσμα η υποχρέωση του κράτους για διάσωση, συντήρηση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς που απορρέει από το γερμανικό Σύνταγμα, να παρέχεται μόνον ως προς το ελάχιστο.

Λίγο πριν οδηγηθούν στην πτώχευση ορισμένα από τα σημαντικότερα μουσεία, κυρίως της βόρειας Γερμανίας, και ακολουθώντας το επιτυχημένο παράδειγμα των περίφημων ολλανδικών μουσείων Rijksmuseum και VanGogh, αποφάσισαν να διασωθούν με τις δικές τους δυνάμεις: Αποδεσμεύτηκαν θεσμικά από τον «κρατικό εναγκαλισμό», από τον ανεπαρκή όσο και απηρχαιωμένο τρόπο κρατικής επιδότησης και μαζί μ’ αυτά από τον πολιτικό έλεγχο και τη διοικητική ασφυξία. Μετατράπηκαν σε ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου και λειτουργούν πλέον σύμφωνα με τους πανάρχαιους νόμους της αγοράς, δηλαδή της προσφοράς και της ζήτησης, με γνώμονα όμως την ποιοτική προσφορά πνευματικών αγαθών και, πάντως, χωρίς καμία υποψία ιδιωτικοποίησης.

Ανάμεσά τους και το Μουσείο Τέχνης του Αμβούργου. Δίκοπο μαχαίρι να απαρνηθεί κανείς το τέρας του δημόσιου λογιστικού: Προσθέτει στην καθημερινή ζωή ενός διευθυντή τόσα προβλήματα όσα χρειάζονται για να ισοσκελιστεί ένας ετήσιος προϋπολογισμός 15 εκατομμυρίων ευρώ. Από την άλλη, είναι ελεύθερος να διαθέσει όπως εκείνος νομίζει τα έσοδά του -όσα και να είναι- και να προσλάβει τους άριστους των επαγγελματιών που εκείνος θα επιλέξει. Οσο για τα έξοδα, από ‘κεί και πέρα το πείραμα θα δείξει αν μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο «ξεπούλημα» των τιμημένων χώρων για «social events» -που πληρώνουν όμως καλά- ή αν η τέχνη των Κουρμπέ, Μουνχ και Πικάσο ανταμείβει καλύτερα τα σημερινά πολυδάπανα οράματα των μουσείων.

Για να αποφύγει την «πτώχευση»

Το Μουσείο Τέχνης του Αμβούργου διαθέτει μία από τις γνωστότερες συλλογές του 19ου αιώνα και έχει μακρά παράδοση σε άξιους, ελευθερόφρονες διευθυντές, που τάραζαν πάντα τα νερά στις εποχές τους. Με αφορμή την έκθεση «Ιδέες επί Χάρτου, Εκατό Σχέδια και Ακουαρέλες του 19ου αιώνα», που έγινε προ καιρού σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη, προσκλήθηκε ο Ούβε Σνέεντε, διευθυντής από το 1991, ο οποίος σε μία ενδιαφέρουσα ομιλία σκιαγράφησε τις συνθήκες που οδήγησαν το μουσείο του στη λύση αυτή και ομολόγησε τις νέες υποχρεώσεις που προκύπτουν πια γι’ αυτόν και τους συνεργάτες του, για να αποφύγει μια ενδεχόμενη μελλοντική «πτώχευση».

Προσανατολισμένος προς την τέχνη των τελευταίων 100 ετών και πολυγραφότατος, εκτός από πολύ πετυχημένες εκθέσεις, έχτισε ένα νέο κτίριο σύγχρονης τέχνης πλάι στο ιστορικό κτίριο του προπερασμένου αιώνα, για να αποκτήσει η σύγχρονη τέχνη στο Αμβούργο μουσειακή στέγη. Δεν παραμέλησε όμως και τη μεσαιωνική και την αναγεννησιακή συλλογή, η ανάδειξη των οποίων δεν υστερεί σε τίποτα από την «αγαπημένη» του και σίγουρα πιο θεαματική σύγχρονη. Ολα αυτά προστέθηκαν στα υπέρ και βοήθησαν στην κινητοποίηση συλλεκτών για δανεισμούς έργων απεριόριστης διάρκειας και σε δωρεές (χωρίς περιοριστικούς όρους), όπως και σε γενναίες χορηγίες (για συγκεκριμένες ανάγκες των μονίμων συλλογών).

Ωστόσο, από τα πιο δραστήρια, το τμήμα marketing και εξεύρεσης πόρων από χορηγίες (με επικεφαλής Ελληνίδα!), έδωσε έναν φρέσκο αέρα ελευθερίας, που έλυσε κάπως τα χέρια των τμημάτων του μουσείου. Εξίσου το εστιατόριο γευσιγνωσίας και το cafe, με την κομψή ατμόσφαιρα. Αξίζει να επισκεφθούμε την Hamburger Kunsthalle, ακόμα και μέσω του Διαδικτύου. Ας αναζητήσουμε ταυτόχρονα τον κόμβο και ενός ελληνικού μουσείου (κρατικού, βεβαίως)…

Ο διευθυντής του Μουσείου Τέχνης του Αμβούργου, Ούβε Σνέεντε, παρουσίασε ένα νέο, σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης

Δεν αρκούν μόνο τα έργα τέχνης…

– Στη χώρα μας επικρατεί η αντίληψη ότι το κράτος στη Γερμανία αποστασιοποιείται όλο και περισσότερο από τις υποχρεώσεις του απέναντι στην τέχνη. Ποια είναι η πραγματικότητα;

– Οχι, δεν είναι ακριβώς έτσι. Το κράτος, ακόμα και στη διαδικασία της απεξάρτησης των μουσείων που έχουν μετατραπεί σε ιδρύματα, εκτελεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του, τόσο για τον πολιτισμό όσο και για τις δεσμεύσεις του σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και αυτό ήταν ένα βασικό σημείο της συμφωνίας που κάναμε, μόνο που το κράτος έχει αποδεχθεί ότι δεν είναι ο ιδανικός διαχειριστής του πολιτισμού και ότι τα υπουργεία δεν διαθέτουν τους καλύτερους γνώστες σε θέματα ιστορίας της τέχνης, αλλά ότι αυτοί βρίσκονται στα μουσεία. Βέβαια από μέρος του υπάρχει ένα είδος εποπτείας με σκοπό, οι διατεθειμένες πιστώσεις να δαπανώνται για τον σκοπό για τον οποίο έχουν εγκριθεί. Οι αποφασιστικοί παράγοντες για τις λήψεις αποφάσεων είναι, λοιπόν, οι άνθρωποι των μουσείων και όχι η κρατική μηχανή.

Ανοίγουν συνεχώς νέα

– Τα μουσεία στη Γερμανία περνούν δύσκολες εποχές. Παρήλθαν ανεπιστρεπτί οι δεκαετίες 1970-90, όπου τα μουσεία ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια και πίστευαν στο «κουλτούρα για όλους». Ακούμε πως υπάρχουν γερμανικά μουσεία που εξοφλούν με δυσκολία ακόμα και το πετρέλαιο θέρμανσης. Τα χρέη συσσωρεύονται, οι πιστώσεις ελαττώνονται. Υπήρξαν ποτέ σκέψεις να κλείσουν κάποια από αυτά;

– Οχι, μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν έχει κλείσει κανένα μουσείο. Κάποτε έγινε λόγος για το Αμβούργο, αλλά αυτό ξεπεράστηκε. Στη Βαυαρία αντίθετα, έχουν ανοίξει μουσεία: στη Νυρεμβέργη το Μουσείο για Τέχνη και Design, στο Μόναχο η Πινακοθήκη της Μοντέρνας Τέχνης. Επεκτάθηκαν και εκσυγχρονίστηκαν πολλά μουσεία, όπως η Κρατική Πινακοθήκη της Στουτγάρδης, ενώ το Μουσείο Τέχνης της Βεστφαλίας απέκτησε νέο παράρτημα στο Ντίσελντορφ. Επομένως, η τάση είναι μάλλον η διεύρυνση παρά η κατάργηση των μουσείων. Μόνο που θα πρέπει να λειτουργούν πλέον με σύγχρονο πνεύμα, αλλιώς θα έχουν προβλήματα.

– Πώς συμβιβάζεται αυτό με τα γνωστά κοινωνικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η Γερμανία: ανεργία, ασφαλιστικό, συντάξεις;

– Δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο, στην πολιτιστική προσφορά, που από παλιά αποτελούσε -μαζί με την παιδεία- σημαντικό στοιχείο αναφοράς της Γερμανίας, και στην κοινωνική πολιτική. Πραγματικά έχουμε την εμπειρία ότι όσο πιο ενδιαφέροντα και μοντέρνα είναι τα πολιτιστικά μας κέντρα, τόσο πιο ελκυστικές γίνονται οι πόλεις, τόσο περισσότερος κόσμος τις επισκέπτεται, τόσο γρηγορότερα αναπτύσσονται οικονομικά.

Δεν επαρκεί το παλιό μοντέλο

– Σε μια παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε πει ότι «μόνο η τέχνη δεν αρκεί», για την ύπαρξη ενός μουσείου και την επιτυχημένη διαχείρισή του. Μπορεί να γενικευτεί η άποψη αυτή;

– Ναι, πιστεύω πως μπορεί. Δεν πρόκειται όμως μόνο για τα χρήματα. Στο παραδοσιακό μουσείο κάνουμε εκθέσεις, τοποθετούμε φύλακες για την ασφάλεια και μετά ανοίγουμε τις πόρτες για να μπει ο κόσμος. Αυτό, πιστέψτε με, είναι ένα παρωχημένο μοντέλο που δεν επαρκεί πια. Οφείλουμε να βοηθήσουμε τον κόσμο να καταλάβει τη νέα τέχνη. Αλλά και η παλιά τέχνη δεν είναι πάντα κατανοητή, γιατί δεν γνωρίζουμε πια τις ιστορίες που αφηγείται. Αλλά και όταν διαθέτουμε κορυφαία έργα τέχνης και κάνουμε καταπληκτικές εκθέσεις, πρέπει να φροντίζουμε να το μαθαίνει και ο κόσμος. Δηλαδή πρέπει να κατακτούμε το κοινό μας.

Στο Αμβούργο, ο τουρισμός δεν παίζει τον ρόλο που παίζει στην Αθήνα ή στο Αμστερνταμ. Δεν είναι εύκολο να έχουμε πάντοτε ενδιαφέρουσες προτάσεις, που θα μας φέρουν ένα κοινό που ήδη μας γνωρίζει. Πρωταρχική θεωρώ πάντα την πνευματική προσέγγιση του θεατή με το έργο τέχνης. Για να κερδίσει κανείς λεφτά, όμως, δεν φτάνει ο τρόπος αυτός.

Μια άδεια Πινακοθήκη

Εχουμε ένα ιδιαίτερα λυπηρό φαινόμενο με την Πινακοθήκη του Βερολίνου, που άνοιξε πριν από μερικά χρόνια. Εκεί εκτίθενται τα ωραιότερα έργα της ιστορίας της ζωγραφικής, πραγματικά αριστουργήματα, που συγκεντρώθηκαν ύστερα από την συνένωση των μουσείων του Ανατολικού και του Δυτικού Βερολίνου. Παρόλο που είναι νέο, ως προς τη σύλληψη το μουσείο είναι ήδη παρωχημένο, γιατί η λειτουργία του περιορίζεται στο να ανοίγει και να κλείνει τις πύλες του, να εισπράττει το εισιτήριο και τέλος. Το αποτέλεσμα είναι να είναι διαρκώς άδειο, πράγμα ανεπίτρεπτο. Διότι δουλειά μας δεν είναι μόνο να φροντίζουμε την τέχνη, αλλά να δημιουργούμε ένα κοινό που να την τιμά με διαρκείς εκδηλώσεις πίστης. Καμιά φορά χρειάζεται και κάτι θεαματικό, μία πολύ ενδιαφέρουσα περιοδική έκθεση, προσιτή στο πλατύ κοινό, γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται κίνητρα. Δεν μπορώ να ανακοινώνω απλώς: «Εχω καταπληκτικά έργα, ελάτε στο μουσείο». Δεν θα έρθει κανείς. Πολλοί λίγοι κάνουν πια κυριακάτικες οικογενειακές επισκέψεις στο μουσείο.

Χρειάζονται ειδικά προγράμματα με προσφορές όπως η «Νύχτα των Μουσείων», μια πολύ πετυχημένη ιδέα που αγκαλιάστηκε από χιλιάδες νέους, όπου τα μουσεία όλης της Γερμανίας μένουν μια φορά τον χρόνο ανοιχτά ώς τα μεσάνυχτα με δωρεάν μεταφορά, είσοδο, ξενάγηση κ.λπ. Με την ιδέα αυτή ξεπεράστηκαν αρκετά οι πολιτισμικές αναστολές που συναντάμε σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων να διαβούν το κατώφλι ενός σκοτεινού μουσείου. Η ατμόσφαιρα γίνεται γιορτινή, η πορεία μέσα στο μουσείο καταντά μάλλον αυτονόητη.

– Ο επισκέπτης περιμένει παρόμοιες χειρονομίες από το μουσείο. Σε αυτό βοηθάνε ιδιαίτερα οι δήμοι αλλά και οι εξειδικευμένες ξεναγήσεις, που στοχεύουν κάθε φορά σε ειδικές ομάδες;

– Το δίχως άλλο. Ξέρετε, η δίψα του κόσμου για γνώση πάνω σε ζητήματα τέχνης και αισθητικής είναι ασίγαστη, και αυτό δεν πρέπει να το αγνοούμε. Θέλουν να μάθουν να εκτιμούν αυτό που εκτιμούμε εμείς και που από επαγγελματική διαστροφή θέλουμε καμιά φορά να το κρατούμε μόνο για τον εαυτό μας.

Τα μεγάλα εικαστικά γεγονότα

– Εχουν αρνητική επίδραση στα μουσεία στη Γερμανία περιοδικές εικαστικές εκδηλώσεις, όπως λ.χ. η Documenta στο Κάσελ ή η Biennale της Βενετίας, που τραβούν για αρκετούς μήνες τα φώτα της επικαιρότητας, ενώ τα μουσεία εργάζονται σιωπηρά, με παραδοσιακούς τρόπους και κυρίως με μέτριες ετήσιες επιχορηγήσεις;

– Οχι, δεν νομίζω πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τέτοια μεγάλα γεγονότα εντείνουν την περιέργεια για την τέχνη στο σύνολό της. Εκεί εκτίθενται έργα από όλον τον κόσμο, κάτω από διαφορετική ματιά κάθε φορά, και αυτό μάς δίνει την ευκαιρία να συσχετίζουμε τη δουλειά μας με αυτά. Δεν είναι τόσο σημαντική η δουλειά τους για το δικό μας το μουσείο, θέλουμε όμως να παρακολουθούμε τα ερεθίσματα και να εμπνεόμαστε από αυτά. Με τη λογική αυτή δεν είναι ανταγωνιστικά προς εμάς, γιατί απευθύνονται σε άλλο κοινό, δημιουργούν όμως και νέους ενδιαφερόμενους που αποκτούν τη συνήθεια να επισκέπτονται εικαστικές εκδηλώσεις. Συμπερασματικά, κάθε μεγάλο εικαστικό γεγονός έξω από τα μουσεία ωφελεί τελικά τα ίδια τα μουσεία.

Διαρκής ανανέωση

– Πώς θα μοιάζει το ευρωπαϊκό μουσείο τέχνης τον 21ο αιώνα;

– Αυτό δεν το ξέρω. Και δεν το ξέρω γιατί σήμερα οφείλουμε να είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε συνεχείς αλλαγές, αφού είναι πια δεδομένο ότι οι καιροί αλλάζουν πολύ γρήγορα. Πρέπει κατ’ αρχάς να έχουμε μια ιδέα τού τι θέλουμε εμείς οι ίδιοι να πετύχουμε. Φαντάζομαι, λοιπόν, ένα μουσείο που θέλει να διατηρήσει την παράδοση. Ολοι ξέρουμε ότι τα μουσεία είναι φορείς μνήμης που περικλείει την παράδοση της ανθρωπότητας. Ο τρόπος όμως που θα τα παρουσιάσουμε ελκυστικά στο κοινό μας, θα πρέπει να ανανεώνεται διαρκώς. Σημαίνει επίσης ότι μια ανάρτηση, λ.χ., έργων τέχνης του 19ου αιώνα δεν θα πρέπει να είναι πια η ίδια ύστερα από δέκα χρόνια. Και θα πρέπει να αλλάζει γιατί αλλάζει η προοπτική, οι προσδοκίες, η ματιά πάνω στην τέχνη? η ίδια η αξιολόγηση διαμορφώνεται διαρκώς. Και για το λόγο αυτόν θα πρέπει να εργαζόμαστε ακατάπαυστα. Ακόμα και ένα πλούσιο σε παράδοση μουσείο δεν επαρκεί για να διατηρήσει για πάντα το ενδιαφέρον του κόσμου. Πρέπει πρώτα να είναι ένας ζωντανός και μοντέρνος οργανισμός. Δεν είναι δυνατόν οι κάτοικοι μιας πόλης να πάνε μια φορά στη ζωή τους στο μουσείο και να πουν ότι τώρα το είδαν και τελείωσε. Πρέπει να δημιουργούμε στον κόσμο τέτοιους πόλους έλξης ώστε να μας έρχεται κάθε φορά για νέους λόγους και να απολαμβάνει κάθε φορά με νέα ματιά την τέχνη.

Η βοήθεια των MME

– Ποια είναι η υποστήριξη που ζητάτε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

– Στις γερμανικές εφημερίδες υπάρχουν, όπως ξέρετε, εμπεριστατωμένες σελίδες με κριτική των πολιτιστικών γεγονότων για λογοτεχνία, θέατρο, μουσική, τέχνη. Νομίζω ότι οι σελίδες αυτές είναι τόσο πιο ενδιαφέρουσες όσο περισσότερο συνοδεύονται από ουσιαστική και όχι αποθεωτική κριτική. Να μην αναπαράγουν, δηλαδή, μόνον αυτό που τους ανακοινώνουμε εμείς, οι άνθρωποι των μουσείων. Υπάρχει και στη Γερμανία ένα είδος κριτικής που μοιάζει με «βασιλικό ανακοινωθέν», όπου όλα είναι τέλεια και αλάθητα. Η κριτική, αντίθετα, εκπληρώνει τον πραγματικό της ρόλο, όταν αναλαμβάνει ένα ρίσκο, όταν εκφράζει την άποψη του κοινού που έρχεται αντιμέτωπο με τις εκδηλώσεις μας και όπου εμείς γινόμαστε αντικείμενο ελέγχου από μέρους της. Δεν είναι δηλαδή η πολιτική αυτή που μας ελέγχει, αλλά η κριτική. Για μας δεν είναι σε καμία περίπτωση αποφασιστικά τα πολιτικά κριτήρια, αλλά τα επιστημονικά, όλα όσα σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης και τη μουσειολογική πρακτική, άρα οφείλει και η κριτική να είναι στο ύψος αυτών των απαιτήσεων. Ξέρετε, ακόμα και η πιο ανελέητη κριτική συνοδεύει και προβάλλει το έργο μας, αφού απευθύνεται σε ένα κοινό που μορφώνει άποψη για τη δουλειά μας.

– Επομένως, οφείλει και η κριτική να έχει μνήμη.

– Ασφαλώς. Θα έλεγα μάλιστα ότι είμαστε εξαρτημένοι από τη μνήμη που παράγεται μέσα από την κριτική.

– Ευχαριστώ πολύ για τη συνομιλία.

(1) Η κ. Μ. Κασιμάτη είναι επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης.