ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Σαν αντιφάρμακο στην προπετή, ναρκισσευόμενη και μάλλον αντιστόρητη «νεωτερικότητα», η οποία «ες ουδένα ουδέν νεωτερίζει», για να θυμηθούμε τον Θουκυδίδη, φυλλομέτρησα εδώ την περασμένη Κυριακή σελίδες από τα τέλη του 19ου αιώνα – και συγκεκριμένα το διήγημα «Ενας ψηφοφόρος» του Κωστή Παλαμά, δημοσιευμένο το 1887. Στα ίδια περίπου χρόνια ας σταθώ και σήμερα, και πάλι με τη λογική της εναντίωσης στην τόση -και τόσο κενολογούσα- «νεολαγνία», η οποία εκτός όλων των άλλων διακρίνεται για την τερατώδη πλην εύκολα ερμηνεύσιμη αμνησία της. Αίφνης, το σύνθημα-ευαγγέλιο «Νέα Εποχή», υπό το οποίο πολιτεύεται το ιδεολογικά συνονθυλευματικό μετα- ΠΑΣΟΚ του κ. Γ. A. Παπανδρέου, όχι μόνον είχε προβληθεί από το ίδιο κόμμα και στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση (όταν υποσχόταν και πάλι μια «νέα Ελλάδα», που υποτίθεται πως είχε λάβει μορφή και περιεχόμενο ήδη από το 1981), αλλά υπήρξε και ο τίτλος του συνδυασμού με τον οποίο ο κ. M. Εβερτ είχε διεκδικήσει το 1986 τη δημαρχία της Αθήνας (από την οποία και αποχώρησε πολύ γρήγορα, και χωρίς ιδιαίτερη θλίψη, κατά την προσφιλή συνήθεια των πολιτικών μας να χρησιμοποιούν τον θώκο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σαν εφαλτήριο προς «ουσιαστικότερα» αξιώματα).

Περίπου μια δεκαετία μετά το παλαμικό διήγημα, λοιπόν, το σημαδιακό 1896, ο «αιρετικός» Εμμανουήλ Ροΐδης δημοσίευσε το κείμενό του «H πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία». Με την ευκαιρία προηγούμενων εκλογών έχω ξανακορφολογήσει αυτό το μικρό δοκίμιο, που η σκωπτική του οξύτητα δεν του στερεί τη συνάφειά του με την αλήθεια των πραγμάτων. Ας θεωρηθεί, ωστόσο, η εκ νέου προσφυγή στην ευλογημένη σάτιρά του σαν ένα μικρό μνημόσυνο για τον κορυφαίο λόγιο και αυστηρό ανατόμο του δημόσιου βίου (σε όλες τις πτυχές του, πολιτικές, θρησκευτικές, λογοτεχνικές, γλωσσικές), ο οποίος πέθανε ακριβώς έναν αιώνα πριν, το 1904. Για την «εξαιρετικώς υπέροχον θέσιν του βουλευτού εν Ελλάδι» μιλάει εκεί ο Ροΐδης, για την «κατατρύχουσαν ημάς πολιτικήν υπερτροφίαν», για τους κομματαρχίσκους και για τη δημοκοπία. Και μιλάει με τη δίκαιη αυστηρότητα του γνώστη.

«Εν Ελλάδι», διαβάζουμε, «ουδείς υπάρχει της παντοδυναμίας του βουλευτού περιορισμός. Εκ του βουλευτού εξαρτάται όχι μόνον της κυβερνήσεως ο βίος, αλλά και η τιμή, η περιουσία, η ασφάλεια, ο επιούσιος άρτος ή, τουλάχιστον, η πλήρωσις πόθου τινός των πλείστων Ελλήνων. Ουδ’ υποπίπτομεν εις υπερβολήν λέγοντες «των πλείστων», αφού δεν είναι βεβαίως πολλοί οι μακάριοι εκείνοι Ελληνες, οι μη έχοντες ουδέν να φοβηθώσι ή να ελπίσωσι παρά βουλευτού, ούτε οικόπεδον δυνάμενον να καταπατηθή ή να περιληφθή εις το σχέδιον της πόλεως, ούτε οφειλήν προς το δημόσιον ή απαίτησιν παρ’ αυτού καμμίαν, ούτε δίκην εκκρεμή, ούτε φόβον να χάσωσι δημοσίαν θέσιν εκ της οποίας αποζώσιν ή επιθυμίαν ν’ αποκτήσωσιν τοιαύτην, […] ούτε όρεξιν οιασδήποτε κυβερνητικής παραχωρήσεως, μεταλλείου, σιδηροδρομικής γραμμής, εργολαβίας, προμηθείας, μεταρρυθμίσεως εδαφίου τινος του δασμολογίου ή αδείας να μεταβάλωσι τα πεζοδρόμια εις σφαγείον ή παραρτήματα λαχανοπωλείου. O κύκλος της αρμοδιότητος και της ενεργείας του βουλευτού είναι δεκάκις ευρύτερος παρά εις πάσαν άλλην χώραν και η πεποίθησις εις την παντοδυναμίαν του τοσαύτη ώστε, ως οι Εβραίοι παρά του Χριστού τέρατα και σημεία, ούτω ζητούσι και οι Ελληνες εκλογείς παρά του βουλευτού να θαυματουργεί, μεταβάλλων τους αχυρώνας εις δημοτικά σχολεία, τα χωράφια εις οικόπεδα, τους ακτήμονας εις κτηματίας, τους χρηστούς υπαλλήλους εις παυσανίας, τους βλαχοδημάρχους εις ιππότας του Σωτήρος, τους δικαστάς εις αδικητάς και τους ξυλοσχίστας εις καθηγητάς. […] H τοιαύτη εξαιρετική και εις την οικουμένην μοναδική σημασία παρ’ ημίν της πολιτικής, επόμενον ήτο να καταστήση αυτήν αποκλειστικόν μέλημα πάντων των Ελλήνων. Υπό την στέγην της πατρικής του καλύβης περί ουδενός άλλου ακούει ο ελληνόπαις τους οικείους του συζητούντας, παρά περί της πιθανής εκβάσεως των εκλογών και των ωφελημάτων τα οποία δύνανται να καρπωθώσιν εκ της εξυπηρετήσεως τούτου ή εκείνου του υποψηφίου».

Εργολαβίες, προμήθειες, ο φόβος του εξαρτημένου «μέσου Ελληνα» μήπως χαθεί η θέση του στο Δημόσιο, οι υπολογισμοί για τα πιθανά ωφελήματα από την επιλογή κόμματος ή υποψηφίου. Και, δίκην ανταλλάγματος, η ψήφος, η υποταγή στον κομματαρχίσκο, στον δημοκόλακα, στον ψηφοθήρα… Παλιά-ξινά κομμάτια άραγε όλα τούτα; Παλιά-ξινά κομμάτια η εξαναγκασμένη ψήφος, ή η ωφελιμοθηρική, όπου το ψηφοδέλτιο μετασχηματίζεται σε επιταγή που αποκτά αξία μόνον αν την οπισθογραφήσει ο βουλευτής ή ο κομματάρχης; Μακάρι να ‘ταν έτσι. Αλλά δεν είναι. Σήμερα, το πελατειακό σύστημα διαθέτει πολύ περισσότερους πλοκάμους, πολύ περισσότερους τρόπους για να εκμαυλίσει, να εκβιάσει, να νοθεύσει, να επιβάλει τη βούλησή του, και μάλιστα να την επιβάλει σαν «θέλημα της Ιστορίας». Πολλά, και σφόδρα απογοητευτικά, μας λέει ως προς αυτό η διάκριση ανάμεσα σε «κερδισμένη» και «χαμένη» ή «σπαταλημένη» ψήφο, στην οποία με επιμονή επανέρχονται τα στελέχη των κομμάτων εξουσίας και οι δημοσιογραφικοί κεκράκτες τους.

Δόλια η διάκριση αυτή, υπονομεύει την ισότητα της ψήφου όσο και το μη αναλογικό εκλογικό σύστημα, εξαιτίας του οποίου η ψήφος στα «μικρά» κόμματα ισοδυναμεί με τα δύο τρίτα περίπου της ψήφου στα μεγάλα, όπως ίσχυε κάποια πρώιμη εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ψήφος ενός μαύρου ισοδυναμούσε με τα δύο τρίτα της ψήφου ενός λευκού. Τι εννοείται ως «κερδισμένη» ψήφος σύμφωνα με την «ηθική» της διάκρισης αυτής; Μα, η κερδώα ψήφος, η ανταλλακτική, η «υλική», αυτή που παρέχεται (στα κόμματα εξουσίας βέβαια, πού αλλού;) έναντι των «ωφελημάτων» για τα οποία μιλάει ο Ροΐδης. Εύκολα συνάγεται ως εκ τούτου ότι, στο πλαίσιο αυτής της ταξινόμησης που εκχυδαΐζει την πολιτική, η ιδεολογική ψήφος, η ψήφος που δεν δίνεται με την προσδοκία ανταλλάγματος, κρίνεται «χαμένη», «σπαταλημένη», σχεδόν άκυρη, για τούτο και λοιδορείται από τους μνηστήρες της εξουσίας. Ιδεολόγοι υπάρχουν βεβαίως και στα μεγάλα κόμματα, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο, εκτός ίσως από τους επιτελείς των ίδιων αυτών των κομμάτων, που γνωρίζουν άριστα ότι το κυριότερο δέλεαρ που διαθέτουν δεν είναι οι ιδέες τους και η όποια αίγλη τους, αλλά η υλική υπόσχεση που μπορούν να προσφέρουν σε έναν πολίτη, που τον μειώνουν αλαζονικά, αντιμετωπίζοντάς τον με ωμότητα σαν πελάτη.

Για τη δημοκρατία η «χαμένη» ψήφος είναι πολύτιμη, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν κερδισμένες ψήφοι και χαμένες, βαρυσήμαντες και άσημες, ισχυρές και αδύναμες, αριστοκρατικές και πληβείες. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι χαμένη ψήφος, ιδεολογικά και ενίοτε ηθικά χαμένη, είναι ακριβώς η κερδώα, η «ψήφος-έναντι», η ρουσφετολογημένη. Εκτός πια και αποδεχτούμε ότι χαμένες είναι όλες οι ψήφοι, γιατί γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι, στις πολιτείες της διαπλοκής, αδυνατούν να επηρεάσουν τα πράγματα τόσο όσο ορίζουν τα Συντάγματα όταν τιμούν τον «κυρίαρχο λαό».