ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στη Φύση με δοξαστική ταπεινοσύνη

Το «Μικρό Λεύκωμα της Φύσης» που άνοιξε στο πλατύ κοινό η Βάσω Ψαράκη, εκπνέοντος του 2003 είναι πάνω απ’ όλα κατάθεση μεγάλης ευαισθησίας, ασκημένης επί μακρόν με δοξαστική ταπεινοσύνη σε τόπους από το Αμφιαράειο και τον Μαραθώνα έως τη μακρινή Φινλανδία. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το προσωπικό σημειωματάριο ενός ερασιτέχνη φυσιοδίφη ή το φωτογραφικό οδοιπορικό κάποιου σκόπιμα χαμένου στον παραμυθένιο κόσμο της πανίδας και χλωρίδας, ενός κόσμου δηλαδή οικείου όσο και το καθημερινό μας πανωφόρι, αλλά συνάμα απόμακρου, σχεδόν ανοίκειου, άγνωστου πλέον, στον βαθμό που τον ταξινομήσαμε χωρίς περίσκεψη και τύψεις στα αυτονόητα. Και τα αυτονόητα -πώς να το κάνουμε;- παύουν πλέον να έχουν για τους πολλούς ενδιαφέρον, γίνονται αφανή, ακόμη και όταν κατοικούν διεκδικητικά το βλέμμα τους. Αλλά και ποιητικό σημειωματάριο θα μπορούσε να είναι, σκόρπιες σκέψεις και εικόνες, μήτρες μικρές και εύθραυστες για να σφυρηλατηθούν πάνω τους κυοφορούμενοι στίχοι.

Και πράγματι, είναι όλα αυτά το «Μικρό Λεύκωμα της Φύσης», καθώς συναρθρώνει στις σελίδες του τη φυσιοδιφική ματιά με την τεκμηριωτική ποιητικότητα της εικόνας και τις ανάλαφρες πινελιές λυρικού λόγου, που μοιάζουν συχνά με κινηματογραφικό ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια. Στη μορφή του το «Λεύκωμα» της Ψαράκη είναι δομημένο με τη λογική του προσωπικού ημερολογίου, που κάποια στιγμή, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αποφασίζει κανείς να το δημοσιοποιήσει. Σκόρπιες εγγραφές μιας μόνο χρονιάς άχρονης, που απλώνονται όμως πολλαπλασιαστικά σε μια ολόκληρη ζωή με άποψη και με δέος για την ύβρι μας απέναντι στη Φύση.

Πρώτη ημερομηνία, 8 Ιανουαρίου, και τελευταία, 27 Δεκεμβρίου. Σημειώνει η Ψαράκη στις 30 Ιανουαρίου: «Τρελαίνονται για τα σπόρια του κισσού τα κοτσύφια. Ολο τον τσιμπολογούν και οι πλάκες της αυλής γέμισαν μοβ λεκέδες. Αυτοί οι μοβ λεκέδες μού άνοιξαν την όρεξη για να βάψω μαλλί. Μάζεψα ένα κιλό σπόρους από τον κισσό…». Στις 5 Μαρτίου η καταχώριση: «Κι ένα μόνο ανθάκι κρυμμένο στο πυκνό φύλλωμα σε ειδοποιεί ότι εκεί βρίσκεται, χαμηλά…». Και αργότερα, από τις ματιές της με ημερομηνία 28 Ιουλίου: «Τα ποντίκια έχουν γεννήσει. Αρχίζουν να τρέχουν από δέντρο σε δέντρο, να ανεβοκατεβαίνουν τα κλαριά της βυσσινιάς και να φωνάζουν. Τα παιχνίδια τους αρχίζουν αργά το απόγευμα».

Φυλλομετρώντας ημερολογιακά τη Φύση της Ψαράκη γίνεται πάραυτα σαφές ότι εν αρχή η εικόνα, το οπτικό ερέθισμα που το κατέγραψε η ίδια με τον φωτογραφικό της φακό, όπου έτυχε να συναπαντηθούν, κι αποτέλεσε την αφορμή για το κείμενο. Ενα κείμενο λιτό, συχνά ελλειπτικό σαν ολιγόλεξος υπομνηματισμός, ευθύς ή πλάγιος. Ενίοτε όμως φαίνεται πως προηγήθηκε η εμπειρία κι ακολούθησε η εικόνα. Πάνω από διακόσιες οι φωτογραφίες της, κι από κοντά λίγα σχέδια, διακοσμητικά ή σε ρόλο παραπληρωματικό. Τίποτα όμως γενικευτικό, ηχηρό ή κίβδηλο. H αθωότητα της ματιάς της -ματιάς ενός ανθρώπου που δεν ξέμαθε να βλέπει και να εκπλήσσεται με τα μικρά θαύματα σαν νεόκοπος στον κόσμο, να γίνεται σεβαστικά κοινωνός της Φύσης- μας ανακρίνει ηδέως επιτιμιτικά για τη χαμένη αθωότητα της δικής μας ματιάς. Και μας υπενθυμίζει συνάμα ότι το να υπάρχεις «μέσα» στη Φύση ή «μέσα από» τη Φύση είναι, εντέλει, πράξη ύψιστα πολιτική και ηθική, σωτήρια ιδεολογία είναι και ευαγγελισμός, ένα είδος αντίστασης, ιδιαίτερα στις ανάλγητες, στις υπερφίαλες μέρες μας που τείνουμε να ξαργυρώνουμε με οικονομικούς όρους ακόμη και το τιτίβισμα του κοκκινολαίμη ή τις ταξιανθίες των λιόδεντρων, το λωλαμένο βομβητό του μελισσιού.

Με το «Λεύκωμά» της δεν σκόπευε η Ψαράκη εκδοτικά σε εντυπωσιασμούς μεγέθους και ψυχρής πολυτέλειας, αλλά σε μια χρηστική αμεσότητα, σε ένα τρυφερό αλμανάκ μικρών, συχνά μικροσκοπικών εικόνων και λόγων που θα μπορούσαν να χωρέσουν ψιθυριστά και φιλικά ακόμη και στη μικρή μας τσέπη, χωρίς ωστόσο να προδοθεί η καλαισθησία. Ενα μικρό βιβλίο, μια μεγάλη προτροπή, ένα βαθύ χνάρι ειλικρινούς αγάπης για τη Φύση. Αυτά…