ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από την Αναγέννηση στην ηλεκτρονική εποχή

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη: «Σκέψη και προοπτική. Από το quattrocento στο ηλεκτρονικό novecento».

Εκδόσεις«Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 2002.

H Αλεξάνδρα Δεληγιώργη είναι μάλλον παραγωγική συγγραφέας. Και το «συγγραφέας» εδώ είναι λέξη που κυριολεκτεί, δεδομένου ότι, παρά τις ακαδημαϊκές της δεσμεύσεις και προτεραιότητες, η φιλοσοφική και η λογοτεχνική γραφή παραμένουν γι’ αυτήν παράλληλες και ισότιμες μορφές έκφρασης. Τέσσερα μυθιστορήματα και αρκετές συντομότερες πρόζες δημοσιευμένες σε διάφορα έντυπα, μια κριτική δοκιμή στο έργο του Νικόλα Κάλας και έξι φιλοσοφικά μελετήματα -από τη διδακτορική της διατριβή του 1980 μέχρι το έργο που συζητάμε εδώ- είναι η βασική της συγκομιδή σε μια εικοσαετία.

«Προοπτική»

Το τελευταίο εγχείρημά της στην ιστορία της φιλοσοφίας ορίζει εν πρώτοις μια μεγάλη ιστορική περίοδο της σκέψης (από το quattrocento στο ηλεκτρονικό novecento) και μια ορισμένη επιλογή εστιασμού: αυτή που ορίζεται από τον όρο «προοπτική». O όρος «προοπτική» προέρχεται βεβαίως από τη ζωγραφική, και ειδικότερα χαρακτηρίζει την τεχνική επινόηση που σημάδεψε τη νεοτερική εικαστική τεχνοτροπία. H ζωγραφική λοιπόν γίνεται ο βασικός συνοδοιπόρος και συνομιλητής της φιλοσοφίας σε αυτό το ιστορικό αφήγημα, και πρέπει να δούμε καθαρά τον κόμβο που μετασχηματίζει και μεταφράζει αμοιβαία μεταξύ των δύο τις σημασίες. H προοπτική διάταξη του αναγεννησιακού πίνακα, όπως και η πολυφωνική οργάνωση της μουσικής, έχουν από καιρό διαβαστεί ως αισθητικές αποτυπώσεις της νέας κοσμοϊστορικής δημιουργίας του νεότερου κόσμου: της αστικής ατομικότητας, του λεγόμενου ανεξάρτητου υποκειμένου, το οποίο θα γίνει ταυτόχρονα το εστιακό σημείο ανασύνταξης και αναδιατύπωσης όλης της νεωτερικής φιλοσοφίας. Εδώ λοιπόν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, γίνεται μια απόπειρα να εξιστορηθεί η μεγάλη περιπέτεια του σύγχρονου στοχασμού από μια κρίσιμη κοινωνιοϊστορική οπτική γωνία: αυτήν της ανόδου και της πτώσης του ανεξάρτητου υποκειμένου.

Διότι αυτή η ιστορία ήταν από την πρώτη στιγμή διττή, τραγικά υπονομευμένη από τα μέσα, και η επίγνωση που έχει η συγγραφέας του γεγονότος είναι το στοιχείο που δίνει όλη τη δραστικότητα στην αφήγησή της. Αν μείνουμε προς στιγμήν στο πεδίο της ζωγραφικής, διαπιστώνουμε ότι η εισαγωγή της προοπτικής συνοδεύτηκε από μια έμμονη γεωμετρικοποίηση του χώρου – γεωμετρικοποίηση από την οποία αναδύθηκε, είναι βέβαιο, η σύγχρονη φυσική. H γεωμετρικοποίηση ωστόσο δεν είναι ένα ουδέτερο τεχνικό βοήθημα, και αν σκύψει κανείς προσεκτικότερα πάνω από τα έργα και την αγωνία των δημιουργών τους θα διαπιστώσει ότι, στην πραγματικότητα, δρα προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση με την προοπτική επιλογή: όνειρό της είναι εκείνη η αντικειμενικότητα που θα δείξει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν συλληφθεί και αναπαρίστανται μέσα στον ίδιο τον «νου του Θεού», αίροντας οριστικά κάθε υποκειμενισμό και κάθε σχετικότητα. Τέτοια ωστόσο δεν ήταν και η θεμελίωση του νέου υποκειμένου, του cogito, από τον Καρτέσιο, και μήπως η μνημειωδέστερη αναδόμηση της φιλοσοφίας με βάση τη νέα αρχή του υποκειμένου δεν ήταν ταυτόχρονα μια μοναδική απόπειρα επανεμφύτευσης της παλαιάς μεταφυσικής σε νέο χώμα; Από το μεσουράνημα της Αναγέννησης μέχρι τουλάχιστον τον Καντ η φιλοσοφία μένει έγκλειστη μέσα στον ασφυκτικό περίβολο της αναπαράστασης, και αυτή η ιδέα όχι μόνο δανείζεται τη στρατηγική της από τη ζωγραφική αλλά παλεύει με τις ίδιες δυνάμεις που όρισαν τη μοίρα της νέας ζωγραφικής: προοπτική και μαθηματική αφαίρεση, κατάφαση και άρση της υποκειμενικότητας, «ανεξάρτητες» ανταγωνιζόμενες ατομικότητες και επικυριαρχία του θεσμικού πλαισίου/κράτους.

Παραδείγματα-πρότυπα

Αυτό που διακυβεύτηκε στη σκέψη μέχρι τον Καντ η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη θα το εξετάσει στο πρώτο μέρος του βιβλίου της, με τίτλο «H προοπτική στην παραστατική σκέψη». Εν συνεχεία θα εξετάσει τις δύο επόμενες στιγμές αυτής της ιστορίας. Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «H προοπτική στην πραξιακή σκέψη», θα υποδείξει τις πλέον ελπιδοφόρες απόπειρες όχι μόνο να απελευθερωθεί η προοπτική από τις δεσμεύσεις ενός κατασταλτικού πλαισίου, μαθηματικού ή νομικοπολιτικού, αλλά και να διαμεσολαβηθούν αμοιβαία οι πολλαπλές, ελευθερωμένες κατ’ αυτό τον τρόπο προοπτικές. Στον παραπάνω δρόμο που άνοιξαν ο Καντ της τελευταίας «Κριτικής» και ο Χέγκελ θα αναδειχθούν δύο φιλοσοφικοί ήρωες, ο Μαρξ και ο Νίτσε, οι οποίοι θα παραμείνουν, για την Δεληγιώργη, τα παραδειγματικά πρότυπα -μαζί με ορισμένες εκδοχές της ύστερης φαινομενολογίας, μολυσμένης άλλωστε από τον ιό της διαλεκτικής- εκείνης της χαμένης δυνατότητας που θα μπορούσε ακόμα να σώσει τη σκέψη από τη σημερινή της αυτοπαγίδευση.

Εδώ υπάρχει λοιπόν μια πρόταση οιονεί κανονιστική: η διαλεκτική υπέρβαση της προοπτικής έγκειται στη διεύρυνσή της μέσω αλλεπάλληλων διαμεσολαβήσεων, όχι στην αυταρχική της άρση ούτε όμως και στην απολυτοποίησή της, που οδηγεί κατ’ ανάγκη στη συντριβή της μέσω ενός γενικευμένου και διαβρωτικού για τις ίδιες τις αξιώσεις της υποκειμενικότητας σχετικισμού. Αυτή ακριβώς όμως υπήρξε η συνέχεια της ιστορίας στον 20ό αιώνα, και πάλι πρέπει να διαβάσουμε τούτη την ανάδρομη εξέλιξη στο τριπλό επίπεδο: εγκατάλειψη της προοπτικής, ανατροπή των αξιακών θεμελιώσεων από νέους φορμαλισμούς και σχετικισμούς, εξάρθρωση του ανεξάρτητου υποκειμένου στη μονοπωλιακή και υπερδιευθυνόμενη κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού. Αυτά ακριβώς τα προβλήματα θα συζητήσει η συγγραφέας στο τρίτο μέρος τού βιβλίου με τίτλο «Αναλογισμοί», και εδώ ακριβώς αναφαίνεται η πολεμική στόχευση του εγχειρήματός της.

Απέναντι στα διάχυτα σήμερα σχετικιστικά και «μεταμοντέρνα» επιχειρήματα, και απέναντι σε μια οξεία κοινωνική παθολογία, της οποίας αυτά φαίνεται να αποτελούν τη μη συνειδητή ιδεολογική αντανάκλαση, θα προτείνει έναν τρόπο αντίστασης, έστω στο επίπεδο της θεωρίας, υπό τη μορφή μιας ανανέωσης του διαλόγου με τη μοντερνιστική φιλοσοφική παράδοση και μιας υπέρβασης του προοπτικισμού υπό τη μόνη αρμόζουσα μορφή, αυτήν μιας διαλεκτικής διεύρυνσής του. Στις επιστημολογικές της προτάσεις λανθάνει διαρκώς ένα πολιτικό, κοινοτιστικό πρόταγμα, το οποίο η συγγραφέας θα επαναμεταφράσει αβίαστα ως μάθημα αυτοσυνειδησίας για τον δυτικό πολιτισμό – με το οποίο ουσιαστικά κλείνει και το βιβλίο της: «Στο μακραίωνο ταξίδι των πολιτισμών από ανατολικά προς τα δυτικά, η δυτική μοντερνικότητα, διεκδικώντας την παγκοσμιοποίησή της, έχει αντιστρέψει την πορεία, χωρίς να μπορέσει να ξαναδώσει στην ανατολή ένα μέρος απ’ όσα άντλησε απ’ αυτήν σαν οφειλή και σαν αναγνώριση. Το πνεύμα της επέκτασης και η πολεμική διάθεση μαστίζουν αυτό τον μικρό πλανήτη που ασφυκτιά και σφαδάζει σε συνθήκες που αναπαράγουν απαρχαιωμένους φανατισμούς» (σ. 393).