ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Μια εβδομάδα μετά: οι εκλογές ξεφτίζουν. Η ένταση των προηγουμένων ημερών έσβησε, οι συζητήσεις μετατοπίζονται, κυρίως: η ζωή μάς τραβάει απ’ το μανίκι, επιτακτική, ορμητική, πολύπλοκη. Το πολιτικό γεγονός έχει ήδη σχολιαστεί επαρκώς? έχουμε περάσει πια στις προβλέψεις και τις μαντεψιές.

Ας κάνουμε λοιπόν έναν παρασκήνιο απολογισμό. Αποδίδοντας κατ’ αρχάς τρεις χαρακτηριστικές ονομασίες του αποτελέσματος της 7ης Μαρτίου στις πηγές τους. Η εκλογική νίκη της Ν.Δ. χαρακτηρίστηκε «Ανατροπή», και όταν το είδα δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ το ομότιτλο γνωστό μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη, κορυφαίου συμβούλου του απελθόντος πρωθυπουργού Κ. Σημίτη. Υπό μία έννοια, ανατραπείς ήταν ο Κ. Σημίτης, παρά την εσπευσμένη σκυταλοδοσία στον ηττηθέντα Γ. Α. Παπανδρέου. Παίζει τα δικά της παιχνίδια η γλώσσα…

Το εκλογικό αποτέλεσμα χαρακτηρίστηκε επίσης «Ολική επαναφορά», παραπέμποντας στην ταινία του Φερχόφεν «Total Recall», όπου ο πρωταγωνιστής Σβαρτσενέγκερ λέει την περίφημη σαδιστική ατάκα «Αsta la vista, baby» στην εκθαμβωτική πλην κακιά Σάρον Στόουν. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η ταινία βασίζεται σε ένα διήγημα του Φίλιπ Ντικ, του σπουδαίου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας, που ξεχώρισε για την εκπλήσσουσα ικανότητά του να αναμιγνύει κόσμους, χρόνους και πραγματικότητες, προσηλωμένος πάντα σε έναν βαθύ ουμανισμό, αλλά και στην πεποίθηση ότι «τα πράγματα δεν είναι ποτέ αυτό που δείχνουν». Θυμωμένος και ευάλωτος ο Ντικ αναζητούσε ανακούφιση στο βαθύ διονυσιακό γέλιο, στη ρομαντική ειρωνεία, επιστρέφοντας διαρκώς στο Σταρ Τρεκ:

«-Κάπταιν Κερκ (αναστατωμένος): Σποκ, το Εντερπράιζ θα τιναχτεί στον αέρα! -Δρ Σποκ (ήρεμα): Ακυρο, Κάπταιν, μια καμένη ασφάλεια ήταν…»

Αυτό είναι η επαναφορά: η αιώνια επιστροφή στη φθαρτότητα, το γέλιο, αντικρίζοντας το τίποτε.

Τέλος, την επαύριο των εκλογών, μα και όλες τις προηγηθείσες ημέρες, η λέξη που βούιζε στη μιντιόσφαιρα ήταν η «Αλλαγή». Σε ποιον να την πρωτοαποδώσεις αυτήν τη λέξη; Ας τη χαρίσουμε στον Ανδρέα Παπανδρέου του ’81 – άλλωστε, ακούστηκε κι αυτό: ο Μάρτιος του 2004 θύμισε μέρες του ’81.

Μας πήρε λοιπόν 23 χρόνια για να αφήσουμε πίσω μας την Αλλαγή, με μιαν άλλη Αλλαγή, όχι ισοδύναμη ίσως, μα ομόλογη σίγουρα. Είκοσι τρία χρόνια δεν είναι μακρύς χρόνος από τη σκοπιά του ιστορικού, δεν είναι καν μια ολόκληρη γενιά. Μα είναι μακρύς, μακρότατος χρόνος για τον βραχύ, τον πεπερασμένο ορίζοντα του βίου μας. Ωστόσο τόσο φαίνεται ότι χρειάζεται για την αλλαγή της αλλαγής, για τη μετάβαση σε άλλη κατάσταση ισορροπίας, τόσο χρειάζεται για την εμπέδωση θεσμών και δημοκρατικής κουλτούρας, για την εμπέδωση ενός ψυχικού κλίματος που αίρεται υπεράνω εμφυλιοπολεμικών συνδρόμων.

Αλλαγή… Τι θέλουμε ν’ αλλάξουμε; Αυτό που θέλουμε ασφαλώς δεν βρίσκεται στα προγράμματα των κομμάτων. Ούτε στις ρητές εξαγγελίες. Το πλήθος δεν διαβάζει χοντρά και ψιλά γράμματα. Διαβάζει τα υπόρρητα, τα άρρητα, τη γλώσσα του σώματος, τον κομπασμό ή το κόμπιασμα. Ξέρει ποιος πλούτισε από την πολιτική, ποιος είναι ικανός, ποιος έχει κότσια ή ηθικό ανάστημα. Διαβάζει τον καιρό. Κι έτσι, μυρίζοντας τον αέρα, ακούγοντας υπέρηχους, διακρίνοντας υπέρυθρα φάσματα, ό,τι εντέλει θέλει να δει, το πολυώνυμο πλήθος μοιράζει ψήφο και σταυρό: σταλαματιά σταλαματιά, πολύσημα, επισφαλώς…

Αλλαγή… Κατά βάθος μπορεί να μη θέλουμε ν’ αλλάξουμε τίποτε. Το αίτημα για αλλαγή ίσως να είναι η μεταμφιεσμένη επιθυμία να διατηρήσουμε τα κεκτημένα, αυτά που έχουμε, σταθερά, εδραία, βελτιωμένα ίσως. Η αλλαγή ίσως νοείται ως μη ανατροπή, ως στερέωση της οικείας κανονικότητας? να εξακολουθήσει να κυλάει ο κόσμος στην κοίτη που ήδη γνωρίζουμε. Εξ ου και την έτσι νοούμενη αλλαγή (:ως συντήρηση δυνάμεων…) την επικαλέστηκαν σχεδόν όλες οι παρατάξεις? ακόμη και η Αριστερά δεν μοιράζει απειλές, μα προσπαθεί να καθησυχάσει την κλονισμένη, την απέραντη «μεσαία» τάξη: θα υπερασπιστούμε τα κεκτημένα.

Ιδού, φτάνουμε σε έναν άλλο χαρακτήρα των πρόσφατων εκλογών: η διαρκής κυκλοφορία της λέξης «αλλαγή» σημαίνει, με τον τρόπο της, την εκ νέου νοηματοδότηση των όρων Δεξιά και Αριστερά. Και οι δύο πλέουν στη νεωτερικότητα με παρόμοια αμηχανία, κανείς δεν κατέχει πυξίδα και ελιξήριο, γι’ αυτό συγκλίνουν προς το κέντρο. Διά της αλλαγής επαναφορά στο κέντρο.