ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Πέρυσι τέτοιες ημέρες ο κόσμος ήταν μοιρασμένος στα δυο? από τη μια οι πολλοί, οι αναρίθμητοι, τόσο δυνατοί κι όμως τόσο αδύναμοι, κι από την άλλη οι ολίγιστοι, με την ισχύ των όπλων τους. Εκατομμύρια πολίτες σε όλες τις χώρες του κόσμου διαδήλωναν εναντίον του πολέμου αλλά τις φωνές τους τις σκέπαζαν οι κρωγμοί των ιεράκων και ο βόμβος των πολεμικών αεροπλάνων που άδειαζαν το θάνατο πάνω από το Ιράκ, για δεύτερη φορά μέσα σε δώδεκα χρόνια – αν και τα αμερικανικά και τα βρετανικά αεροπλάνα δεν είχαν πάψει ούτε στιγμή να βομβαρδίζουν τη χώρα στο μεσοδιάστημα από τον πρώτο πόλεμο (και τον πρώτο Μπους) στον δεύτερο, από την «Καταιγίδα της Ερήμου» στην επιχείρηση «Σοκ και Δέος». Τη μαζικότητα του αντιπολεμικού κινήματος δεν θα μπορούσαν να την αμφισβητήσουν ούτε οι φανατικότεροι υποστηρικτές του Τζορτζ Μπους και των λοιπών σταυροφόρων. H πολιτική του αποτελεσματικότητα, πάντως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και, πάντως, δεν αποτυπώθηκε με σαφήνεια στις μεταπολεμικές εκλογικές αναμετρήσεις σε διάφορες χώρες. Στην ίδια την Ισπανία, η απότομη μαζική μεταστροφή του λαού -την τελευταία στιγμή, μετά την τραγωδία της Μαδρίτης- υπέρ των σοσιαλιστών δεν απέρρευσε από τη δεδηλωμένη εναντίωση στη στρατιωτική εμπλοκή της Ισπανίας (το 90% των Ισπανών είχε εναντιωθεί στον πόλεμο) αλλά από τη βαθύτατη αποστροφή που προκάλεσε η χυδαία επιχείρηση στρέβλωσης των στοιχείων, παραπλάνησης και εκμετάλλευσης του παλλαϊκού πένθους από το ένοχο Λαϊκό Κόμμα του Χοσέ Μαρία Αθνάρ.

Ενα χρόνο μετά τον πόλεμο, λοιπόν, και παρά την επίσημη ανακοίνωση της λήξης του την 1η Μαΐου του 2003, ο πόλεμος συνεχίζεται. Και πια, όχι αποκλειστικά στο Ιράκ αλλά και στα μέτωπα που έχουν ανοίξει σχεδόν σε όλες τις ηπείρους, της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης, αν κρίνουμε από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Μπαλί, την Καζαμπλάνκα, την Κωνσταντινούπολη, τη Μαδρίτη. Ακριβώς όπως είχαν υποθέσει όσοι δεν είχαν μεθύσει από δύναμη και κάπως κρατούσαν τη νηφαλιότητά τους, τα «προληπτικά χτυπήματα» αντί να πλήξουν τις τρομοκρατικές-θεοκρατικές οργανώσεις τις έθρεψαν και τις θέριεψαν, παρέχοντας στο παραλήρημά τους ένα υπόβαθρο που δεν θα μπορούσε ποτέ να το κατακτήσει μόνο του. H βία γίνεται μήτρα και μαμή ταυτόχρονα της βίας σε ένα παράδοξο σχήμα, έναν βρόχο που πνίγει την αμήχανη και ανήμπορη ανθρωπότητα.

Γιατί έγινε ο πόλεμος; Για ποιους λόγους έλεγαν ότι πρέπει να γίνει ο πόλεμος, ακόμη κι αν ο OHE δεν δίνει την έγκρισή του, ακόμα κι αν εκατομμύρια άνθρωποι εναντιώνονται και δηλώνουν αντιρρησίες συνείδησης; Λόγος πρώτος, διακηρυγμένος (θυμάστε τον κ. Μπους, σ’ εκείνο το τραγελαφικό στιγμιότυπο, όταν συνελήφθη από την κάμερα να αστεΐζεται με αλγεινή επιπολαιότητα και να καλλωπίζεται μόλις πέντε δευτερόλεπτα πριν διατάξει το θάνατο να αναλάβει υπηρεσία;), η σύλληψη και η εξόντωση του Σαντάμ Χουσεΐν, του «Σατανά» που, ωστόσο, άκμασε χάρη στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που του προσέφεραν αφειδώς και επί σειρά ετών οι «σταυροφόροι». Λόγος δεύτερος, ο εντοπισμός των όπλων μαζικής καταστροφής, που υποτίθεται ότι στο Ιράκ μπορούσε κανείς να τα αγοράσει ακόμη και στα ψιλικατζίδικα. Λόγος τρίτος, ο «εκδημοκρατισμός του Ιράκ», ώστε να πάψει να συγκαταλέγεται στα βομβαρδιστέα «κακοποιά κράτη», στα «κράτη-παρίες» Λόγος τέταρτος, «για να ζήσει ασφαλέστερα η ανθρωπότητα», χωρίς το βραχνά των τρομοκρατών.

Τι απέγινε άραγε; Σε ποιο συμπέρασμα θα κατέληγε κανείς αν, εκβιάζοντας κάπως τα πράγματα, ήθελε να εφαρμόσει και εδώ το δόγμα του Δημοσθένη, σύμφωνα με το οποίο «προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται»; Ποιο από τα τελευταία εκβάντα έχει τη δύναμη να νομιμοποιήσει -έστω αναδρομικά, έστω μερικώς- τον ατελεύτητο πόλεμο; O Σαντάμ Χουσεΐν πράγματι συνελήφθη κάποια στιγμή και πομπεύτηκε – κι αυτό είναι το μοναδικό απτό αποτέλεσμα που θα μπορούσαν να επικαλεστούν ο Αμερικανοί και οι Βρετανοί σε ένα δικαστήριο ηθικής που δεν πρόκειται να λειτουργήσει ποτέ. O «εκδημοκρατισμός του Ιράκ» δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την εγκατατάσταση ανδρεικέλων από τους φερτούς ηγεμόνες και τη μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο των κατακτητών, και μάλιστα «μες στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου», για να θυμηθούμε τον Νίκο Εγγονόπουλο. O ιρακινός λαός θεωρείται ανώριμος από τους «παιδονόμους» του, και επιπλέον αγνώμων, ακόμη και ο σιιτικός πληθυσμός, που ενώ υπολογιζόταν σαν δεδομένος σύμμαχος, δεν έπαψε στιγμή να διαδηλώνει τα αντικατοχικά του αισθήματα.

Οσον αφορά τα όπλα μαζικής καταστροφής, φυσικά και εντοπίστηκαν: στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Βρετανία, στο Ισραήλ, στο Πακιστάν, στη Ρωσία. Φαίνεται ωστόσο ότι αυτά είναι αγαθοποιά όπλα και κοσμοσωτήρια, κι όχι καταστροφικά. Τα καταστροφικά είναι εκείνα που δεν βρέθηκαν, τα ιρακινά. Και δεν βρέθηκαν επειδή απλώς δεν υπήρχαν. Τώρα πια, ένα χρόνο μετά τον πόλεμο, ένα χρόνο μετά τις εξονυχιστικές έρευνες, ούτε καν ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ δεν ισχυρίζονται πως «είναι βέβαιον ότι υπάρχουν κι ακόμη πιο βέβαιο ότι θα βρεθούν». O όγκος των αποκαλύψεων (από επιθεωρητές του OHE και από Αμερικανούς και Βρετανούς πολιτικούς, αλλά και από μυστικούς πράκτορες) κατέδειξε το μέγεθος της πλεκτάνης και της εξαπάτησης. H ανθρωπότητα σύρθηκε στον πόλεμο και στον τρόμο για κάτι σαν το γνωστό «αδειανό πουκάμισο». Κι όμως. Οι αποδεδειγμένα ψεύτες, όσοι σκευώρησαν για να αποσπάσουν τη συναίνεση κυβερνήσεων ή λαών, δεν ζήτησαν συγγνώμη, δεν ένιωσαν την παραμικρή ντροπή, γιατί με μια τέτοια κίνησή τους θα εντάσσονταν στο πλαίσιο του πολιτισμού της ευθύνης. Κι αυτός ο πολιτισμός τούς είναι ξένος και εχθρικός, αφού αυτοσυστήνονται σαν εκτός ιστορίας προνομιακοί συνομιλητές του θεού και σαν ευλογημένοι εντολοδόχοι του.

Μένει ο τέταρτος στόχος του πολέμου: η «ασφάλεια της ανθρωπότητας», που υποτίθεται ότι θα στερεωνόταν αμέσως μόλις εκριζωνόταν το «Κακό». Το αντίθετο συνέβη, όπως και πάλι προέβλεπαν όσοι δυσπιστούσαν στα κηρύγματα της προπαγάνδας. Παρά τα τρομακτικά ποσά που δαπανώνται, το αίσθημα της ανασφάλειας γενικεύτηκε και εξατομικεύτηκε. O τρόμος φώλιασε στην ψυχή όλων, γιατί όλοι, όπου κι αν ζουν -ακόμη και στην Ευρώπη που ένιωθε καλά ασφαλισμένη- είναι Αμερικανοί, είναι Ισπανοί: είναι στόχος. Πολυπλόκαμη η τρομοκρατία, εξερεθισμένη και καλά ταϊσμένη από όσους δηλώνουν εξολοθρευτές της, διαλύει την ίδια την καθημερινότητά μας. Ενα χρόνο μετά, το Σοκ και το Δέος είναι οικουμενικά. Το βλέπουμε πια και στη χώρα μας: Οι δαπάνες για την ασφάλεια θα ξεπεράσουν το ένα δισ. ευρώ (κατά τον αρχικό προϋπολογισμό θα αρκούσαν 330 εκατ. ευρώ), οι δρόμοι γέμισαν κάμερες, το Εσελον σκέπει αδηφάγο τη μέρα και τη νύχτα μας, η ασφάλειά μας (μαζί με ολίγην από την κυριαρχία μας) εκχωρείται στο NATO. Ποιος αλήθεια δεν θα σκεφτεί να φύγει τον Αύγουστο από την Αθήνα, αρνούμενος να αποδεχτεί ότι ο μοναδικός τρόπος για να γίνουν οι «ασφαλέστεροι αγώνες της ιστορίας» είναι να γίνουν οι πιο αστυνομοκρατούμενοι και στρατοκρατούμενοι;