ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ακεφοι και βαριεστημένοι…

Θαν. Παπαθανασίου – Μιχ. Ρέππας

Ποια Ελένη;

Σκηνοθ.: Θαν. Παπαθανασίου – Μιχ. Ρέππας

Εθνικό Θέατρο

«Πολλές φορές στα έργα μας καταγράψαμε την αφέλεια. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνουμε εμείς οι ίδιοι αφελείς», τονίζουν στον πρόλογό τους στο πρόγραμμα οι συγγραφείς του «Ποια Ελένη;» Θανάσης Παπαθανασίου και Μιχάλης Ρέππας. Προσωπικά τους προτιμούσα όταν κατέγραφαν την αφέλεια των άλλων παρά τώρα που έγιναν -κατάντησαν;- κι οι ίδιοι αφελείς.

Το συγγραφικό δίδυμο το οποίο έφερε μια νεολαϊκίστικη ξινόπικρη ευδιαθεσία μέσα στην τελευταία δεκαετία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο, έχει ήδη καταθέσει την πολύ αναγνωρίσιμη σφραγίδα του. Καλή σφραγίδα η οποία και τους καθιέρωσε ως τους ευπρεπέστατους κωμικοδιογράφους της τελευταίας γενιάς. Ομως, με την τωρινή «Ποια Ελένη;» τους, δείχνουν επικίνδυνα φρακαρισμένοι.

Μετά τον Στησίχορο και τον Ευριπίδη, που πρώτοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή ισχυριζόμενοι ότι η αληθινή Ωραία Ελένη δεν πήγε στην Τροία αλλά στάλθηκε από τους θεούς στην Αίγυπτο, μετά τον Εντγκαρ Αλαν Πόε και τον Ζαν Ζιροντού, μετά το αμερικανικό μιούζικαλ της δεκαετίας του 1920, όπου η «Ελένη της Τροίας» έραβε πουκάμισα σε βιοτεχνία, και μετά την τελευταία διασκευή της Ελληνοαμερικανίδας Θεοδώρας Σκιπιτάρες του «Λα Μάμα», η οποία γνώρισε δόξες τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και σε φεστιβαλική της περιοδεία… στην Καλκούτα, και ακόμα, ύστερα από αμέτρητες άλλες διασκευές, νιώθει πλέον κανείς ότι έχουν συντελεστεί όλα τα πιθανά στραμπουλήγματα αυτού του μύθου.

Πάντως, οι Ρέππας και Παπαθανασίου παρουσίασαν μία ενδιαφέρουσα άποψη: Οχι μόνον ότι η Πευκίδα, η οποία αντικατέστησε την καλλονή Ελένη στο ταξίδι της στην Τροία, ήταν χοντρή και άσχημη, αλλά κι ότι ύστερα από μια θαυματουργή επέμβαση κάποιων θεών του Ολύμπου, οι πάντες την έβλεπαν ως ουρί του Παραδείσου.

Το γεγονός ότι αυτή καθαυτή η ομορφιά είναι κάτι το πολύ σχετικό και ότι βρίσκεται αποκλειστικά στα μάτια και στο μυαλό τού εκάστοτε παρατηρητή, αποδεικνύεται απλά και μόνο με το να ξεφυλλίσει κάποιος μερικά παλιά περιοδικά μόδας. Πάντως, μ’ αυτή την αφετηρία μπορεί να φθάσει κανείς σε πολύ ενδιαφέροντα φιλοσοφο-ψυχολογικά συμπεράσματα, ειδικότερα μάλιστα όταν περάσει μέσα από τις φαιδρότερες όψεις της ιλαροτραγωδίας.

Οι παρόντες συγγραφείς μας πήραν τους πολύ βολικότερους κι ασφαλτοστρωμένους δρόμους της πλέον κοινότοπης κωμωδίας κι έχασαν μία μοναδική ευκαιρία ώστε να καγχάσουν αποτελεσματικά πάνω στο λεγόμενο ωραίο και το άσχημο. Κρίμα. Το τελευταίο τους ήταν και το πιο άκεφα και βαριεστημένα γραμμένο έργο τους. Κι όσο για τα ανέλπιστα «σοβαρά» μακροβούτια τους στον αμετάφραστο ή μεταφρασμένο Ευριπίδη (στις Τρωάδες συγκεκριμένα) ή στην απρόσμενα εκσοβαροποιημένη Πευκίδα στο τέλος, αυτά ειδικά ήταν που προκάλεσαν τις μεγαλύτερες συγχύσεις σε μια παράσταση η οποία σκηνοθετήθηκε -δίχως έμπνευση και φαντασία- από το ίδιο το συγγραφικό δίδυμο. 

Σκηνικά και μουσική

Στην ευρύχωρη σκηνή του θεάτρου Ρεξ, τα σε βαφτιστικά -κυρίως σε σιέλ- χρώματα σκηνικά των Αντώνη Δαγκλίδη και Σωτήρη Στέλιου δεν διέθεταν τη σατιρική διάθεση που είχαν τουλάχιστον τα συχνά υπερβολικά κοστούμια της Εβελυν Σιούπη. Αξιοσημείωτο, πάντως, το χαμόγελο που προκάλεσε η εικαστική αναφορά της στους «ναύτες του Τσαρούχη».

Η μουσική της Αφροδίτης Μάνου υπήρξε λίγη. Οι μοναδικές μελωδίες που αποκομίζει μαζί του ο θεατής είναι τα μουσικά τσιτάτα της στον Μάνο Χατζιδάκι και στον Βασίλη Μητσάκη. Βάζω δε στοίχημα ότι κανένα από τα πολλά τραγούδια που ακούγονται στην παράσταση (που όλα τους σίγουρα θυμίζουν κάτι το απροσδιόριστο και ξανακουσμένο) δεν θα τραγουδηθεί ποτέ εκτός σκηνής, όπως θα όφειλε κάθε μουσικό κομματάκι με θεμιτές φιλοδοξίες για κάποια ευρύτερη σταδιοδρομία.

Με μεγάλο θίασο καμιά τριανταριά ηθοποιών, το -συχνότερα μάλλον θολό- μπούγιο που συντελείται επί σκηνής ξεκαθαρίζει όταν επεμβαίνει με τις προβλέψιμες επιθεωρησιακές χορογραφίες του ο Φωκάς Ευαγγελινός.

Οι ηθοποιοί

Βέβαια ο κεντρικός, ο πρωταγωνιστικός ρόλος στο έργο είναι αυτός που παίζει η Τζέσυ Παπουτσή. Ενα ρόλο που τον παίζει από την αρχή ώς το τέλος ως μία έξοχη πληθωρική καρατερίστα. Υπάρχει πάντως και η δραματική τραγουδο-παρλάτα περί έρωτος κατά το τέλος, η οποία και χαλάει τη μέχρι τότε ισορροπία και για την οποία ασφαλώς και δεν ευθύνεται η καλή ηθοποιός, αλλά το συγγραφο-σκηνοθετικό δίδυμο.

Αυτή που λάμπει από μπρίο, εξυπνάδα και τεχνική είναι η Αφροδίτη της Τάνιας Τρύπη. Η σωστά επιθεωρησιακή Ηρα της Βασιλικής Δέλιου και η κωμικο-γεροντοκοριασμένη παρθένα Αθηνά της Φωτεινής Ντεμίρη συμπληρώνουν ικανοποιητικά το τρίο των θεών του Ολύμπου, το οποίο επί τη εμφανίσει του προκαλεί δικαιολογημένο γέλιο και, τελικά, κλέβει και την παράσταση.

Από τους θνητούς ξεχωρίζουν η Θυμαρίς της Χριστίνας Τσάφου, που θυμίζει τις πλέον πρόσχαρες υπηρέτριες του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου, η στέρεη παρουσία της Νατάσας Μανίσαλη, η οποία με τέτοια φωνάρα και άρθρωση ταιριάζει βέβαια περισσότερο σ’ αρχαίο ανοιχτό θέατρο, η εντυπωσιακή στα μαύρα Κασσάνδρα της Κατερίνας Παπαδάκη -άλλη πάλι φιγούρα κι αυτή που οι συγγραφείς τη συνέλαβαν όταν ήταν προφανώς στις πιο εμβριθείς τους διαθέσεις- και η «γνήσια» ωραία Ελένη της Τζίνης Παπαδοπούλου, μία μάλλον αθώα παιδούλα η οποία δεν διέθετε το παραμικρό που θα χαρακτήριζε το αρχέτυπο(;) της «φαμ φατάλ».

Οι άνδρες, πάλι, ήταν όλοι τους καλογυμνασμένοι, αρρενωποί, αρχαιοπρεπέστατοι άνδρες, όπως ακριβώς θα τους ονειρευόταν μια νεαρή εμπορική υπάλληλος γερμανικού σούπερ μάρκετ: ο Χρήστος Μάντακας, ο Οθωνας Μεταξάς, ο Γρηγόρης Μεταξάς, ο Χρήστος Πλαΐνης και ο Γιώργος Καραμίχος στον ρόλο του Πάριδος ήταν τα «πιν-απ μπόις» της παράστασης. «Ποια Ελένη;», αλήθεια!