ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας ιππότης του καιρού μας

Τον γνωρίσαμε ως έναν από τους πιο απολαυστικούς «καρατερίστες» του μεταπολεμικού κινηματογράφου. Θα τον θυμόμαστε ως μία από τις πιο αγαπητές φιγούρες στον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών. O σερ Πίτερ Ουστίνοφ πέθανε το βράδυ της Κυριακής σε κλινική κοντά στην πόλη Νιόν της δυτικής Ελβετίας, σε ηλικία 82 ετών, χωρίς τα αίτια του θανάτου του να γίνουν γνωστά. Ηταν σεναριογράφος, μυθιστοριογράφος, σκηνοθέτης, ενώ είχε χαρακτηριστεί ένας από τους μεγαλύτερους μίμους και ανεκδοτολόγους στον κόσμο. Τα τελευταία τουλάχιστον 30 χρόνια ήταν πρεσβευτής Καλής Θέλησης της Γιούνισεφ, «ένας από τους πρώτους που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο», όπως υπογράμμισε με ανακοίνωσή του ο πρώην γενικός γραμματέας του OHE Μπούτρος Μπούτρος – Γκάλι.

Οικείος στους Ελληνες

Μορφή ιδιαιτέρως οικεία στο ελληνικό κοινό, αφού συνεργάστηκε με τον Ζυλ Ντασσέν, τη Μελίνα Μερκούρη και τον Μάνο Χατζιδάκι στο «Τοπ Καπί», που του απέφερε μάλιστα το δεύτερο Οσκαρ της καριέρας του, τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο χρυσό αγαλματίδιο για τον ρόλο του εμπόρου δούλων στον «Σπάρτακο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. H συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι επαναλήφθηκε το 1982, όταν ο Ελληνας συνθέτης έγραψε τη μουσική για την ταινία «Μεμέντ, γεράκι μου». Ηταν συχνός επισκέπτης της χώρας μας: το 1994 παρουσίασε στο Ηρώδειο μια προσωπική του παράσταση, το «Μία βραδιά με τον Πίτερ Ουστίνοφ», ενώ το καλοκαίρι του 2002 επέστρεψε στην Αθήνα, για τελευταία φορά, με τα «Δημιουργήματα του Προμηθέα», έναν μονόλογο που σχολίαζε με υπαινικτικό και γλυκόπικρο χιούμορ τα μεγάλα θέματα της ειρήνης και του πολέμου. Με την ευκαιρία αυτή, είχε εκφράσει τη μάλλον διπλωματική άποψή του για το θέμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα: «Πιστεύω ότι είναι δίκαιο να επιστραφούν, όμως εκεί που είναι αποτελούν μια πολύ καλή διαφήμιση για την Ευρώπη και επιπλέον διατηρούνται καλά».

Παραγωγικότατος

Ο Πίτερ Ουστίνοφ γεννήθηκε στο Λονδίνο και ήταν κατά το ήμισυ Ρώσος και κατά το άλλο Γερμανός, από τη γενιά του πατέρα του. Εγραψε το πρώτο έργο στα 19 του και έκανε την πρώτη του ταινία σε ηλικία 25 χρόνων. O πρώτος σημαντικός ρόλος ήταν αυτός του Νέρωνα στο «Quo Vadis» του Μέρβιν Λιρόι το 1951, αλλά έμελλε να ταυτιστεί με την εμβληματική φιγούρα του Ηρακλή Πουαρό στο «Εγκλημα στον Νείλο» του Τζον Γκίλερμιν. Υπήρξε παραγωγικότατος: έγραψε περισσότερα από 23 θεατρικά έργα, 17 βιβλία, 9 κινηματογραφικά σενάρια. Πρωταγωνίστησε κι έπαιξε κύριους ρόλους σε 38 ταινίες, 20 θεατρικές παραγωγές ενώ η σκηνοθετική του πορεία περιλαμβάνει 8 κινηματογραφικά έργα, 9 θεατρικά και 12 όπερες.

Κέρδισε πλήθος βραβείων και τιμητικών διακρίσεων? ανάμεσά τους και ο τίτλος του Ιππότη του Ηνωμένου Βασιλείου που του αποδόθηκε το 1990 από τη βασίλισσα Ελισάβετ. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με τρεις σημαντικές διακρίσεις: το 1990 με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, το Μετάλλιο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και το 1999 με το ειδικό Βραβείο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών στο πλαίσιο της «5ης Συνάντησης των Αθηνών». Παντρεύτηκε τρεις φορές και είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά.

Σκέψεις και σχόλια…

Είπε για τον θάνατο: «O μοναδικός τρόπος για να είναι κανείς σπουδαίος και τρανός σ’ αυτή τη ζωή, γίνεται με το να είναι πεθαμένος».

Το χθες: «Αν δεν κοιτάμε στην ιστορία και το παρελθόν μας, είμαστε σαν τον οδηγό που δεν κοιτάζει στον καθρέφτη».

Τους γονείς του: «Οι γονείς μου παραήταν μποέμ. Δεν είχαμε ραδιόφωνο στο σπίτι μέχρις ότου, είχα τη δυνατότητα ν’ αγοράσω εγώ ένα. Ημουν 41 χρόνων».

Το Χόλιγουντ: «Οι Αμερικανοί είναι οι μοναδικοί άνθρωποι στον πλανήτη που μπορούν να γυρίζουν ταινίες για την Αρχαία Ρώμη. Εχουν τόσα κοινά σημεία…»

Την τρομοκρατία: «Μου ζητήθηκε να απαντήσω ως Πουαρό στο θέμα της τρομοκρατίας. Απαντώ ως Ουστίνοφ: H τρομοκρατία είναι θέμα της αστυνομίας, της συγκέντρωσης πληροφοριών και της φυλακής. Οταν κηρύξεις πόλεμο εναντίον της καταλήγεις να γίνεις τρομοκράτης».