ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ

O Νίκος Ναυρίδης (γ. 1958) ξεκίνησε την καλλιτεχνική του καριέρα πολύ αργά, εντελώς ασύμβατα προς τα τρέχοντα ήθη. Είχε τελειώσει την Αρχιτεκτονική και τη Σχολή Καλών Τεχνών και είχε ήδη δουλέψει πολύ, προτού εμφανιστεί δημοσίως. H πρώτη του μείζων έκθεση, στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1996 (επίτροπος: Κατερίνα Κοσκινά), ήταν αρκετή όμως για να του ανοιχτεί μια διεθνής καριέρα. H εργασία του τράβηξε την προσοχή του σωστού ανθρώπου, της Ισπανίδας επιμελήτριας Ρόζα Μαρτίνεζ, η οποία κι αυτή τότε ανοιγόταν σε διεθνή καριέρα. H Μαρτίνεζ ποντάρισε στον Ναυρίδη και δικαιώθηκε. Διότι ο Ελληνας καλλιτέχνης δεν ήταν ένας ακόμη νεαρός ταλαντούχος κομήτης. Ηταν ένας ώριμος καλλιτέχνης, αποφασισμένος να δουλέψει σκληρά, να ερευνήσει και να τελειοποιήσει, να αλλάξει. Σε κάθε σκαλί ανέβαζε τον πήχυ, πλούτιζε το θέμα του και το πλαστικό του λεξιλόγιο, βάθαινε και έλαμπε. Κι έχει φτάσει ήδη ψηλά.

Εξηγούμαι: Παρακολουθώ τον Ναπό την πρώτη του εμφάνιση. Και έχω δει την κοπιώδη, σταθερή ανέλιξή του, την όλο και πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του, τόσο μορφολογικά όσο και εννοιολογικά. Μπορώ λοιπόν να πω ότι έχει φτάσει τη γλώσσα του βίντεο σε ένα σημείο πλαστικής αρτιότητας και αυτάρκειας που δεν το έχει προσεγγίσει άλλος Ελληνας. Βλέποντας δε πρόσφατα την μίνι αναδρομική του στη Μαδρίτη, μια συγκεφαλαίωση όλης σχεδόν της βίντεο και φωτογραφικής δουλειάς του, προεκτείνω: συγκαταλέγεται στους πιο συγκροτημένους και αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες του βίντεο, διεθνώς. Την τρέχουσα έκθεσή του στην Αθήνα (Βernier/Ηλιάδη) την βλέπω σαν προέκταση της μεγάλης σύνοψης της Μαδρίτης. Και σαν συμπέρασμα από τη μακρά πλαστική έρευνά του γύρω από το κενό, την αναπνοή, το σώμα, τη σωματικότητα του άυλου, την πνευματικότητα του σώματος. Βαθμιαία, ο Ναπό τις εγκεφαλικές και πιο «στεγνές» προσεγγίσεις του θέματός του περνάει σε μια πλαστική γλώσσα, που δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να εξηγήσει και να εννοήσει, αλλά επικεντρώνεται στην ίδια τη χαρά των μορφών, του χρώματος, του πλασίματος, αφήνεται στη χαρά της ίδιας της πλαστικής γλώσσας, παραδίνεται στην ομορφιά.

Αυτός ο οιονεί παραδομός στο κάλλος, η μετατόπιση από την ξηρά εννοιακότητα προς μια υδραργυρική διάχυση σε πολλά πεδία, δεν σημαίνει διόλου ότι εγκαταλείπει το νόημα. Απεναντίας, τώρα πραγματεύεται το πυρηνικό του θέμα πιο καίρια από ποτέ. Το θέμα του… Το υπαινίχθηκα ήδη παραπάνω, είναι η σχέση του σώματος με το πνεύμα, όπου το πνεύμα νοείται διττά, ως πνοή και ως νους. O Νέχει μετατοπιστεί ήδη από το αρχικό του πρόβλημα, το κενό και το πλήρες, προς ό,τι εγώ ονομάζω σώμα και πνεύμα. Μετατοπιζόμενος, ωριμάζοντας, αλλάζει και την παλέτα του: από τα άχρωμα και διαφανή, πηγαίνει προς το χρώμα και το κιαροσκούρο? τώρα κυριαρχεί το κόκκινο της φωτιάς, το βαθύ μαύρο του σκότους, οι κορεσμένες ώχρες, τα θερμά. Για να περιγράψει, απτικά σχεδόν, το σώμα και την ανάσα του, το πνεύμα που μπαινοβγαίνει από το στόμα και κυκλοφορεί σε ένα σώμα δοχείο, αντηχείο, μουσικό όργανο, παραγωγό ενέργειας και μορφών. Οι πρόσφατης παραγωγής εικόνες ανθρώπων που φυσούν φωτιά ή νερό, που αναπνέουν για να μεταβάλουν το σώμα και το χώρο, είναι ακριβώς ενδεικτικές. Εδώ πια, όσο πιο αφαιρετική είναι η εικόνα, τόσο πιο περιεκτική, πιο ομιλούσα… Το δε βίντεο με τη γυναίκα που ανυψώνεται με τον ασκό που γεμίζει εμφυσώντας του το «πνεύμα» της, συνοψίζει καίρια τη διαλεκτική σώμα – πνεύμα, υλικό – άυλο, ορατό – αισθητό. Σε αυτήν τη διαλεκτική περιμένω να βυθιστεί εφεξής ο NN, στο φρέαρ των αισθήσεων, υπερβαίνοντας ακόμη και τις έκπαγλες φόρμες που έχει πετύχει.