ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διάλογος με την καθημερινή ζωή

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ. Θα μπορούσε με πολλή σιγουριά να ισχυριστεί κανείς ότι όλο το έργο και όλη η ζωή του εικαστικού Βλάση Κανιάρη ήταν μια αντιπαράθεση με την επίσημη ιστορία. Με τον υπαινικτικό, τον ευαίσθητο, τον διεισδυτικό τρόπο της τέχνης – για όποιον έχει δεχτεί το χάρισμά της. Ακόμα κι όσοι νεότεροι δεν είχαν παρακολουθήσει τη διαδρομή του από τα πρώτα του βήματα, τη δεκαετία του ’60, η τελευταία μεγάλη έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη, πριν από τρία χρόνια, με τίτλο «Γενέθλιον» έδειχνε το κριτικό πνεύμα, την πρωτοτυπία, τη ρηξικέλευθη «γλώσσα» ενός καλλιτέχνη που είχε την τύχη να έχει σπουδαίους δασκάλους (Ουμβέρτο Αργυρό, Γιάννη Παππά, Πάνο Σαραφιανό, Γιάννη Μόραλη κ. ά.) και να ζυμωθεί καλλιτεχνικά και κοινωνικά σε εποχές δημιουργικές.

Ο Βλάσης Κανιάρης έφυγε από τη ζωή χθες, ενώ νοσηλευόταν στην εντατική του νοσοκομείου «Υγεία», σε ηλικία 83 ετών. Τον ταλαιπωρούσε το αναπνευστικό του τα τελευταία χρόνια. Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1928 και πριν στραφεί ολοκληρωτικά στην τέχνη φοίτησε για πέντε χρόνια στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1950 ώς το 1955 φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη σε σκηνογραφικές όμως προτάσεις. Η πρώτη του εμφάνιση στη ζωγραφική έγινε το 1952, στην Πανελλήνια Εκθεση.

Στη δεκαετία το ’60 έζησε στο εξωτερικό: Ρώμη και Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1967 -άτυχη στιγμή- για να ξαναφύγει λόγω της χούντας το 1969. Σ’ αυτό το διάστημα πρόλαβε να ταράξει τα νερά με μια σημαντική έκθεση που για υλικό της είχε γύψους και γαρίφαλα (στη «Νέα Γκαλερί» επί της Τσακάλωφ). Φεύγει για το εξωτερικό και το θέμα που τον απασχολεί τα επόμενα χρόνια είναι η μετανάστευση – ως πρόβλημα σχέσεων, περιβάλλοντος, ένταξης. Από τότε… «Εκείνο που με συγκινεί είναι η λειτουργία αυτής της ιστορίας: του «πήγαινε-έλα». Του διωγμένου από μια χώρα και της υποδοχής από μια άλλη. Σήμερα το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο και γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Επιπλέον, απαιτεί αντιμετώπιση σοβαρή και πλήρη», έλεγε σε συνέντευξή του στην «Κ» τον Ιανουάριο του 2009.

Επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα το 1976, είχε ήδη εκλεγεί καθηγητής στην έδρα της ζωγραφικής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Ακολουθεί μια μεγάλη έκθεση στο εγκαταλελειμμένο παγοποιείο FIX με γενικό τίτλο «HELAS-HELLAS». Οι εκθέσεις του έχουν από καιρό αφήσει πίσω τους τη συμβατική φόρμα της ζωγραφικής. Εχουν απ’ όλα. Πρωτίστως διάθεση για παρέμβαση: στον χώρο, στις πόλεις, στις ιδέες. «Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι ένας διάλογος με την καθημερινή ζωή», έλεγε στην «Κ». Και δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι ανήκει στην πρωτοπορία: «Οι άλλοι μου το έλεγαν. Για μένα ήταν φυσικό. Εκανα ό, τι έπρεπε να κάνω. Δεν το θεωρούσα πρωτοπορία», είχε πει στην «Κ».

Από τους πρωτεργάτες της «Δημοκρατικής Αμυνας» στα χρόνια της δικτατορίας, συνέχισε να παρακολουθεί, να κρίνει, να μετέχει, να ενεργεί. Ισως με διαφορετικούς τρόπους:

«Ο καλός πολίτης είναι…»

«Προσπαθώ όσο μπορώ να κάνω τον εαυτό μου καλό πολίτη. Ο καλός πολίτης είναι απ’ όλα: αριστερός, δεξιός, κεντρώος. Και κρίνει, και βλέπει, και ακούει».

Στην τελευταία του μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη έστησε τις φιγούρες του -ντυμένες με φθαρμένα ρούχα και συρμάτινα πλέγματα- μπροστά στα έργα της μόνιμης συλλογής του Μουσείου. Σαν έναν διάλογο της τέχνης του χθες με την τέχνη του σήμερα. Και σε κάποια από τις εγκαταστάσεις της εισόδου υπήρχε ένα τεράστιο «μπα!». Σαν έκφραση συγκρατημένης ειρωνείας και έκπληξης μαζί, ίσως αυτής που συνόδευε τον σχολιασμό του μέσω της τέχνης. «Πάει σε όλα τα πράγματα. Είτε απορούμε, είτε θυμώνουμε, είτε κοροϊδεύουμε», έλεγε θυμόσοφα.

Οι γενιές των εικαστικών, οι μεταπολεμικές και οι μεταπολιτευτικές, θα αποχαιρετίσουν «τον τρυφερό και οξυδερκή απολογητή των τοίχων της Αθήνας» το Σάββατο, στις 12 το μεσημέρι από το Α΄ Νεκροταφείο. Ηδη το Μουσείο Μπενάκη, όπου παρουσίασε την τελευταία του μεγάλη έκθεση τιμώντας τη μνήμη του, θα εκθέτει στην είσοδο του κεντρικού κτιρίου στην οδό Κουμπάρη, το έργο «Φιγούρα» (1974, σύρμα και ρούχα).