ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τρεις άνθρωποι μπλεγμένοι στα ασαφή όρια της δικαιοσύνης

Ο Λουίς Μορένο Οκάμπο είναι ανώτατος εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC), ο Ομάρ Καντρ ο πρώτος ανήλικος στρατιώτης που εκτίει ποινή για εγκλήματα πολέμου στο Γκουαντάναμο και ο Σον Σέλερς 16χρονος δολοφόνος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε το 1999 στην Οκλαχόμα. Τρεις άνθρωποι σε διαφορετικά σημεία της γης που θα μπορούσαν να είχαν διασταυρωθεί. Τρεις άνθρωποι που υπηρετούν το δίκαιο ή υφίστανται τις συνέπειες ενός αμφισβητούμενου νομοθετικού κώδικα. Μιας δικαιοσύνης με πολλά πρόσωπα, αντιφάσεις και ασάφειες, που κάποτε θολώνουν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ δικαίου και αδίκου.

Το φετινό 13ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (11 – 20 Μαρτίου), υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Εϊπίδη, ανάμεσα στις περίπου 150 ταινίες του, ελληνικές και ξένες, τα αφιερώματα, τις εκθέσεις, τις διαφορετικές ενότητες (πορτρέτα, ανθρώπινα δικαιώματα κ. ο. κ.), προσεγγίζει το θέμα της «δικαιοσύνης». Τρία ντοκιμαντέρ διερευνούν την αλήθεια μέσα από ανθρώπινες ιστορίες που αποτελούν την ίδια στιγμή και μαρτυρίες της εποχής μας. Μιας εποχής που οι συνειδήσεις αφυπνίζονται, τα ερωτήματα πληθαίνουν και η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις.

Ο δημόσιος κατήγορος

Αργεντίνος, κοσμοπολίτης, άμεσος στη συμπεριφορά, διπλωμάτης στους χειρισμούς, ο Λουίς Μορένο Οκάμπο αντιμετωπίζει με ψυχραιμία τόσο την αποτυχία όσο και την επιτυχία του. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο του οποίου προΐσταται, είναι μόνιμο δικαστικό όργανο, αρμόδιο για την ποινική δίωξη προσώπων για εγκλήματα γενοκτονίας, πολέμου και κατά της ανθρωπότητας. Ιδρύθηκε το 2002 και η έδρα του βρίσκεται στη Χάγη. Ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας Μπάρι Στίβενς (στον «Δημόσιο κατήγορο») τον ακολουθεί με την κάμερα στα ταξίδια του στην Αφρική όπου ο Οκάμπο έχει ανοιχτούς λογαριασμούς τόσο με τον δικτάτορα, πρόεδρο του Σουδάν Ομάρ Χασάν αλ Μπασίρ, όσο και με τον Τόμας Λουμπάνγκα, αρχηγό της κονγκολέζικης πολιτοφυλακής που κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου και στρατολόγηση ανήλικων παιδιών τα οποία χρησιμοποιούσε για να λεηλατούν και να σκοτώνουν.

Παρά τους μάρτυρες και τα αποδεικτικά στοιχεία, η δουλειά του Οκάμπο είναι εξαιρετικά σύνθετη. Τα πρόσωπα με τα οποία ασχολείται δεν είναι εύκολο να προσαχθούν σε δίκη και ακόμη δυσκολότερο να καταδικαστούν. Πολιτικές ισορροπίες, διακρατικές συμφωνίες και μεγάλα συμφέροντα δημιουργούν απρόβλεπτα προσκόμματα και ανατροπές. «Το τέλος της ατιμωρησίας, μια νέα εποχή. Ποτέ ξανά (never again)». Αυτό είναι το μότο του Οκάμπο αλλά και ο στόχος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

«Για αιώνες», σχολιάζει σε κάποιο διάλειμμα της ασφυκτικής καθημερινότητάς του, «η ανθρωπότητα προσπαθούσε να σταματήσει τα εγκλήματα μέσω της διαπραγμάτευσης. Αυτό όμως δεν δούλεψε. Σκεφτείτε μόνο τον Χίτλερ. Η δικαιοσύνη μπορεί να πάρει τη θέση της εκδίκησης».

Διαπραγματεύσεις

Ο Στίβενς έχει αποστάσεις από το θέμα του. Εξετάζει όλες τις πλευρές. «Ο Οκάμπο δεν έχει δικαιοδοσία να συλλάβει τον αλ Μπασίρ. Μήπως η παρέμβασή του κάνει απλώς χειρότερα τα πράγματα στο Νταρφούρ;». Ή «γιατί δεν ασχολείται με τη Γάζα ή το Αφγανιστάν»; Οπως τον εγκαλεί σε τηλεοπτική συνέντευξη δημοσιογράφος του BBC. Ο εισαγγελέας πρέπει να διαπραγματεύεται προσεκτικά με την εκάστοτε εξουσία. Το ICC, τυπικά, είναι αδύναμο. Μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μόνο σε περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος είναι υπήκοος κράτους-μέλους (μέχρι στιγμής αριθμούν 110 χώρες) ή όταν η υπόθεση παραπέμπεται στο δικαστήριο από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. «Το Διεθνές Δικαστήριο υπάρχει γιατί υπάρχει η επιθυμία για δικαιοσύνη. Κανείς δεν θέλει να βλέπει ατιμώρητους εγκληματίες πολέμου», συνοψίζει ο Οκάμπο, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του οργανισμού. «Είναι η αρχή μιας νέας εποχής», επιμένει. «Εάν κοιτάξω πέντε χρόνια πίσω θα πω «κάναμε πολλά». Εάν κοιτάξω μπροστά, θα πω «έχουμε πολύ δρόμο ακόμα». Τουλάχιστον, όμως, δουλεύουμε…».

Η ζωή μετά την εκτέλεση

Το τρίτο ντοκιμαντέρ («Ατέλειωτη θλίψη, η ζωή μετά τη θανατική καταδίκη») εστιάζει στη θανατική ποινή. Ο σκηνοθέτης Νταβίντ Αντρέ παρακολουθεί τον Σον Σέλερς που είχε καταδικαστεί σε θάνατο στα 16 του για τρεις φόνους (ανάμεσά τους της μητέρας του και του πατριού του), στην πολιτεία της Οκλαχόμα και εκτελείται 13 χρόνια αργότερα. Ο Αντρέ συναντάει πρόσωπα του συγγενικού του περιβάλλοντος μια 10ετία μετά την εκτέλεση. Οσοι ήταν παρόντες τη στιγμή εκείνη είναι ήρεμοι και γαλήνιοι; Εχει επηρεάσει και πώς αυτό το γεγονός τις ζωές τους; Πώς η σκιά του θανάτου βαραίνει την καθημερινότητα, διαμορφώνει τη σκέψη και τα συναισθήματά τους; Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Για την Πολιτεία η υπόθεση έχει κλείσει. Οχι όμως και για τους ανθρώπους. Ο γιος και η κόρη του δολοφονηθέντος, ετεροθαλή αδέλφια του Σον Σέλερς, μοιάζουν ψύχραιμοι. «Δεν αποφάσισα εγώ την τιμωρία» λέει ο άντρας. «Δεν υπήρχε άλλη επιλογή γι’ αυτόν», υποστηρίζει η γυναίκα. Βουρκώνουν και οι δύο. Η εκτέλεση έχει δημιουργήσει κι άλλα θύματα. Οι περιγραφές των συγγενών του δολοφόνου καθώς και υπαλλήλων των φυλακών που είχαν στο ενεργητικό τους 50 και 60 εκτελέσεις είναι ένα ανατριχιαστικό ψυχογράφημα της θηριωδίας αλλά και του μεγαλείου της ανθρώπινης φύσης.

Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος από τη γειτνίαση με τον θάνατο. «Πώς επιστρέφεις σπίτι μετά την εκτέλεση;», αναρωτιέται ένας υπάλληλος. «Ο θάνατος σε ακολουθεί παντού». Δέκα χρόνια μετά το συμβάν, η ατέλειωτη θλίψη είναι ο μόνιμος συνοδοιπόρος πολλών, διαφορετικών ζωών.

Στο Γκουαντάναμο

Η ιστορία του Omar Khadr θεωρείται μοναδική: Καναδός πολίτης συνελήφθη στο Αφγανιστάν σε ηλικία 16 ετών από τον αμερικανικό στρατό με την κατηγορία ότι είχε σκοτώσει ένα στρατιώτη των ειδικών δυνάμεων. Από το 2002 παραμένει φυλακισμένος στο Γκουαντάναμο.

Το ντοκιμαντέρ των Λικ Κοτέ και Πατρίτσιο Ενρίκες («Δεν σου αρέσει η αλήθεια – Τέσσερις ημέρες στο Γκουαντάναμο») στηρίζεται στην καταγραφή μιας ανακριτικής διαδικασίας τεσσάρων ημερών όπως αποτυπώθηκε από την κάμερα ασφαλείας της φυλακής. Ντυμένος με τη χαρακτηριστική πορτοκαλί φόρμα ο Ομάρ έχει απέναντί του μια ομάδα Καναδών της υπηρεσίας πληροφοριών ασφαλείας. Η πρώτη μέρα επιγράφεται «ελπίδα» και είναι έτσι. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν φιλόξενη. Του προσφέρουν σάντουιτς και αναψυκτικό. Ο νεαρός νιώθει σχεδόν ευγνώμων. Από την επομένη, όμως, το κλίμα αλλάζει. Αρχίζει να ασκείται ψυχολογική πίεση, οι ερωτήσεις γίνονται επίμονες και κυκλωτικές, ο 16χρονος βάζει τα κλάματα ή μένει σιωπηλός και αμέτοχος. Ο ρυθμός καταιγιστικός. Δεν εγγράφεται σωματική κακοποίηση στη διάρκεια του 4ημέρου, αλλά η ανάκριση δεν αφήνει κανένα περιθώριο ανάσας. Ο νεαρός κρατούμενος παλινδρομεί, πέφτει σε αντιφάσεις, ανακαλεί πράγματα που έχει πει, ομολογεί άλλα που δεν αντιστοιχούν στην αλήθεια. Παράλληλα με την πορεία της ανάκρισης, συγκρατούμενοι του Ομάρ, δικηγόροι, εκπρόσωποι της καναδικής κυβέρνησης και στρατιωτικοί, μιλούν στους δύο σκηνοθέτες, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα του 16χρονου αλλά και τις αιχμές μιας υπόθεσης με σκοτεινά σημεία που απέχουν πολύ από την εφαρμογή του νόμου και της τάξης. Μέχρι αυτήν τη στιγμή ο Ομάρ Καντρ παραμένει έγκλειστος περιμένοντας τη δίκη του.