ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Με αφορούν ιστορίες και πρόσωπα στα όρια»

«Να σας κάνω κι εγώ μια ερώτηση;» Ο Μωρίς Αττιά με ξαφνιάζει μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης. «Πώς και διαβάζουν τα βιβλία μου οι Ελληνες;». Η τριλογία του Αλγερινογάλλου μυθιστοριογράφου και ψυχαναλυτή (Μαύρο Αλγέρι, Κόκκινη Μασσαλία, Παρίσι Μπλουζ, όλα από τις εκδόσεις Πόλις) με ήρωα τον υπαρξιακά μετέωρο αστυνομικό Πάκο Μαρτίνεθ, συνδυάζει με μαεστρία τ.ην πολιτική, το υπαρξιακό δράμα με το αστυνομικό νουάρ. Ο θεωρούμενος συνεχιστής του Μασσαλιώτη Ζαν-Κλοντ Ιζό με μακρά θητεία στην άκρα Αριστερά «στη μικρή μερίδα των οπαδών της Ρόζας Λούξεμπουργκ» αναπαράγει στα βιβλία του το κλίμα των έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων που κορυφώθηκαν τον Μάη του ’68, μια ατμόσφαιρα εξαιρετικά οικεία στην ελληνική Αριστερά του ’70 και όχι μόνο. «Οι ελληνικές κριτικές δείχνουν μεγαλύτερη γνώση της πολιτικής ιστορίας του ’70 απ’ ό, τι οι αντίστοιχες γαλλικές», συμπληρώνει εντυπωσιασμένος. Ο Αττιά βρέθηκε στην Αθήνα για να μετάσχει σε στρογγυλό τραπέζι στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου με θέμα «το μεσογειακό νουάρ» μυθιστόρημα.

Μπορεί όμως κανείς να ξεχωρίσει επαρκή μυθιστορηματικά χαρακτηριστικά που να επιτρέπουν να μιλάμε για λογοτεχνικό υπό-είδος;

«Σας ομολογώ ότι δεν νιώθω να εντάσσομαι στο νουάρ της Μεσογείου», ομολογεί καθώς ανακάθεται μουδιασμένα στην πολυθρόνα του. «Μάλλον τυχαία έφτασα να γράφω για τη Μεσόγειο. Τα μοναδικά κοινά στοιχεία που ξεχωρίζω είναι ιστορικά, και κυρίως το πολιτικό. Η Ισπανία, η Αλγερία, η Ελλάδα και η Τουρκία γνώρισαν αστυνομοκρατούμενα καθεστώτα και εμφυλίους. Ο Μονταλμπάν κάνει ουσιαστικά κριτική στο καθεστώς του Φράνκο, ενώ ο Γιασμίνα Χάντρα ασχολείται με τον πόλεμο της Αλγερίας. Υπάρχει, βέβαια, και η θάλασσα, η Μεσόγειος, ένας πολιτιστικός πλουραλισμός, τα οποία όμως δεν επαρκούν για τη σύσταση ενός είδους. Εγώ νιώθω άβολα ακόμα και με την έννοια του αστυνομικού μυθιστορήματος. Το καθαυτό αστυνομικό δεν με αφορά. Μόνο το νουάρ μυθιστόρημα: Οι σκοτεινές ιστορίες και πρόσωπα σε οριακές καταστάσεις που ντελαπάρουν».

– Πώς τοποθετείτε τον εαυτό σας σε σχέση με πολιτικούς συγγραφείς αστυνομικών όπως ο Ιζό, ο Χάνδρα και ο Ντενένξ;

– Εγώ ήμουν πάντοτε σε λάθος τόπο σε λάθος στιγμή ή σε σωστό τόπο τη σωστή στιγμή. Εζησα ως παιδί τον πόλεμο της Αλγερίας, την Ακρα Αριστερά στη Μασσαλία τη δεκαετία του ’60 και την τοπική μαφία. Μετά το ’68, μια γενιά συγγραφέων όπως ο Ντενένξ, ο Νταντέκ, ο Μανσέτ (ο φάρος του neo-Polar) άσκησαν δριμεία κοινωνική και πολιτική κριτική. Το νουάρ μυθιστόρημα αναπτύχθηκε σε αυτή τη βάση τα τελευταία 25 χρόνια. Ομως αυτό δεν συμβαίνει πλέον. Η νέα γενιά συγγραφέων αστυνομικών στη Γαλλία είναι πιο παγκοσμιοποιημένη. Υπάρχει π. χ. ένας ταλαντούχος συγγραφέας ονόματι Καρίλ Φερέ που στήνει τα μυθιστορήματά του με γνώμονα τα ταξίδια του. Ενα στην Αυστραλία, ένα στη Νέα Ζηλανδία, ένα στην Νότια Αφρική και το επόμενο στην Αργεντινή. Το neo-Polar είναι σε ύφεση εδώ και κάποια χρόνια. Εμένα με συνέκριναν από την πρώτη στιγμή με τον Ιζό. Ομως, εγώ τον διάβασα αφού τελείωσα την τριλογία μου.

– Μα υπάρχουν πολλές ομοιότητες: Οι δύο τριλογίες, η Μασσαλία…

– Ναι, μόνο που αυτός πέθανε. Εννοώ ότι ήταν ετοιμοθάνατος όταν έγραφε το τρίτο βιβλίο. Η βασική διαφορά είναι ότι εκείνος λατρεύει τη Μασσαλία, ενώ εγώ δεν την αγάπησα ιδιαίτερα ποτέ. Για μένα ήταν πάντα ένας τόπος εξορίας. Εζησα εκεί από το 1962 ώς το 1973. Εκεί έκανα τις εγκύκλιες σπουδές μου και σπούδασα Ιατρική. Συνεπώς, γνωρίζω καλά την πόλη της εποχής εκείνης. Αργότερα, μετακόμισα στο Παρίσι. Οταν έγραψα την «Κόκκινη Μασσαλία» οι Μαρσεγιέζοι θεώρησαν ότι έκανα απίθανη έρευνα για να το γράψω, καθώς αναφέρω σινεμά, καφέ και μαγαζιά που δεν υπάρχουν πια, και πολύ συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα της εποχής που μόνο όσοι τα έζησαν τα γνωρίζουν.

Ιατρικό βιβλίο

– Η ψυχανάλυση είναι ένα μυθιστορηματικό εργαλείο στα χέρια σας. Δεν κινδυνεύει, ωστόσο, να παγιδεύσει τον μυθιστοριογράφο σε μια μονόπλευρη θεώρηση της πραγματικότητας;

– Οπωσδήποτε. Αυτό ήταν εξαρχής μια πρόκληση για μένα. Το πρώτο βιβλίο που έγραψα ήταν ένα ιατρικό βιβλίο κλινικών περιστατικών με θέμα τους εφήβους. Ανέκαθεν θεωρούσα -είναι κάπως αλαζονικό αυτό- ότι οι Γάλλοι ψυχαναλυτές έγραφαν πολύ άσχημα, σε ένα πολύ φορτωμένο και στριφνό ύφος. Η δική μου επιθυμία ήταν να καταφέρω να μεταδώσω πράγματα, γράφοντας σε μια γλώσσα εύληπτη για όλους. Ετσι, λοιπόν, έγραψα ένα βιβλίο κλινικών περιστατικών που διαβάζονται σαν νουβέλες. Εκ των υστέρων αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν αναγνώστες που περιορίστηκαν στην ανάγνωση της ιστορίας χωρίς να καταλαβαίνουν τα πάντα και άλλοι που επιχείρησαν να αποκωδικοποιήσουν, διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές, αυτό που προσπάθησα να πω χωρίς να το προβάλω: Τους μηχανισμούς της νεύρωσης κ. λπ. Μόνο στο «Παρίσι Μπλουζ» μου επιτρέπω να προβάλω το επάγγελμά μου για να περιγράψω με αυθεντικό τρόπο μια ψυχιατρική κλινική εκείνης της εποχής, επιχειρώντας ταυτόχρονα να περιγράψω την τρέλα από μέσα. Η ερμηνεία του παραληρηματικού υποκειμένου με ενδιαφέρει πολύ. Βέβαια, η ψυχανάλυση μπορεί είναι μεγάλη παγίδα. Υπάρχουν συγγραφείς που επιδίδονται σε σχοινοτενείς ψυχαναλυτικές αποδείξεις, που εμένα δεν μου ταιριάζουν καθόλου…

Η Αλγερία

– Ο Πάκο είναι ένας τραγικός ήρωας που αντιτάσσει την προσωπική του μοίρα στη συλλογική, σε δύσκολες ιστορικές συγκυρίες. Είναι αυτός ένας τρόπος διεκδίκησης μιας ταυτότητας και μιας πνευματικής διαύγειας;

– Για καιρό ήθελα να γράψω κάτι για το τέλος του πολέμου της Αλγερίας. Ο χαρακτήρας του Μωρίς Σουκρούν, ο αστυνομικός που εμφανίζεται στο πρώτο μυθιστόρημα στην πραγματικότητα ήταν ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου, ο οποίος, βέβαια, δεν ήταν αστυνόμος, αλλά μικρός χρυσοχόος στην αραβική συνοικία του Αλγερίου. Ο άνθρωπος αυτός δεχόταν εκβιασμούς από το FLN (το εθνικιστικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αλγερίας) και από την OAS (εξτρεμιστική Οργάνωση Μυστικός Στρατός που μαχόταν υπέρ της γαλλικής Αλγερίας). Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και ανακοίνωσε στον πατέρα μου ότι αφήνει τα πάντα και φεύγει. Εκανε όμως το λάθος να το ανακοινώσει σε κακή συγκυρία, όταν η OAS, βλέποντας ότι η ανατίναξη των σπιτιών όσων έφευγαν δεν αρκούσε, αποφάσισε -τον Φεβρουάριο του ’62- να εκτελεί τους φυγάδες ως λιποτάκτες. Και ήταν ο πρώτος που απήχθη και δολοφονήθηκε. Οταν με ρώτησαν αργότερα ποιος τον σκότωσε είπα, κοροϊδεύοντας, ότι τον σκότωσε ο απατημένος σύζυγος. Ετσι γεννήθηκε το πρώτο μυθιστόρημα, ως φόρος τιμής στον Σουκρούν. Το παιδικό μου βίωμα δεν ήταν πολιτικό, αλλά μια αίσθηση του παραλόγου που διέπει τον κόσμο των ενηλίκων. Με άλλα λόγια, νομίζω εξαιτίας του πολέμου της Αλγερίας έγινα ψυχαναλυτής. Αποφάσισα στα δέκα μου να γίνω γιατρός για να γιατρέψω τον κόσμο από την παράνοια που έβλεπα γύρω μου. Ηθελα να προσδώσω στον Πάκο το παιδικό μου βλέμμα. Ο Πάκο σχετικοποιεί διαρκώς τις πληροφορίες που δέχεται κρατώντας αποστάσεις. Αυτό οφείλεται και στο επάγγελμά μου: Η επίσημη πρώτη αφήγηση των ασθενών μου κρύβει πάντα από πίσω άλλες αιτίες. Σε αυτό προσθέστε και την επιρροή του «Ξένου» του Καμύ. Είμαι και εκ φύσεως πολύ καχύποπτος όσον αφορά τις «απόλυτες αλήθειες».

– Πώς εξηγείτε την άνθηση του αστυνομικού μυθιστορήματος;

– Είναι κάτι σχετικά πρόσφατο. Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλού, αλλά στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ένα λογοτεχνικό ρεύμα που ονομάστηκε «αυτομυθοπλασία». Συγγραφείς που αφηγούνταν τη ζωή τους. Κάτι που δεν ενδιαφέρει πολύ κόσμο. Πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, το ρεύμα αυτό φτώχυνε τη γαλλική λογοτεχνία. Το αστυνομικό αναπτύχθηκε επειδή περιγράφει πολύ περισσότερο την κοινωνία, τη ζωή των ανθρώπων, τις δυσκολίες της ζωής τους. Ομως δεν νομίζω ότι αυτή είναι η μοναδική εξήγηση. Συχνά με ρωτάνε γιατί γράφω αστυνομικά ή νουάρ. Και απαντώ πάντα, για να αδειάσω τους σκουπιδοντενεκέδες μου. Πέρασα τη ζωή μου ακούγοντας στη δουλειά μου φρικτές ιστορίες αιμομιξίας, αυτοκτονιών κ. λπ. μέχρι που κάποια στιγμή θέλησα να απαλλαγώ απ’ όλα αυτά. Ετσι άρχισα να τα επισκέπτομαι ξανά και να τα διαχειρίζομαι με τον δικό μου τρόπο. Εξάλλου, η ευτυχία στη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρει κανέναν. Πρέπει να υπάρχουν δράματα, πόνος κ. λπ..

Ο Καντάφι είναι ένας παρανοϊκός, συνεπώς τα πάντα είναι δυνατά

– Πώς κρίνετε τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή; Το ιστορικό πλαίσιο θυμίζει τα μυθιστορήματά σας. Είστε απαισιόδοξος ως προς την έκβαση της ιστορίας σαν τον Πάκο;

– Πολύ ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι η Γαλλική Επανάσταση έγινε το 1789 και η Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε πραγματικά το 1905. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής με τον ίδιο τρόπο. Η Τυνησία, η οποία δεν είναι χώρα μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας θα μπορούσε ενδεχομένως να αναπτύξει ένα σχετικά δημοκρατικό πολίτευμα. Στην Αίγυπτο, μια χώρα μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας που παραμένει υπό τον έλεγχο των στρατιωτικών και εν πολλοίς των «Αδελφών Μουσουλμάνων» τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Για το Μπαχρέιν δεν χρειάζεται καν να συζητάμε, η Δημοκρατία είναι μακρινό όνειρο. Οσο για τη Λιβύη, έχουμε να κάνουμε με μια τυπική ψυχοπαθολογική περίπτωση. Ο Καντάφι είναι ένας παρανοϊκός, συνεπώς τα πάντα είναι δυνατά, ακόμα και το απόλυτο χάος. Είμαι σχετικά αισιόδοξος ιδίως όσον αφορά την e-revolution, η οποία είναι κάτι εντελώς νέο. Είμαι αισιόδοξος και διότι ενώ μας έχουν πανικοβάλλει με την ισλαμική τρομοκρατία η επανάσταση στην Τυνησία άρχισε όταν κάποιοι νέοι αυτοπυρπολήθηκαν. Από κάποιους που αυτοκτόνησαν χωρίς να απειλήσουν κανέναν. Κι αυτό είναι καθησυχαστικό. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η δημοκρατία δεν επιβάλλεται εκ των άνω, όπως επιχείρησαν να μας πείσουν οι Αμερικανοί στο Ιράκ, ούτε μέσω της τρομοκρατίας (το είδαμε με όσα συνέβησαν στην Ευρώπη, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες κ.λπ.) αλλά μόνον όταν τίθεται σε λειτουργία ένας εντελώς απρόβλεπτος μηχανισμός. Δεν μπορούμε, ωστόσο, ποτέ να κρίνουμε το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και θεωρώ τα πολιτικά σχόλια πολύ πρόωρα. Θέλει χρόνο για να μπορείς να κρίνεις.