ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπετόβεν, Σοστακόβιτς από τους «Τετρακτύς»

Η εμφάνιση του Κουαρτέτου «Τετρακτύς», που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε στις 15 Δεκεμβρίου, χάθηκε μέσα στην πληθώρα των γεγονότων. Αξίζει, όμως, να επισημανθεί έστω καθυστερημένα, καθώς το ελπιδοφόρο κουαρτέτο εμφανίστηκε εμφανώς βελτιωμένο σε σχέση με προηγούμενες εμφανίσεις.

Απέδωσε πολύ καλά δύο σημαντικά έργα, το 3ο Κουαρτέτο εγχόρδων του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (έργο 73) και το τελευταίο από τα Κουαρτέτα που ο Μπετόβεν αφιέρωσε στον κόμη Αντρέι Κιρίλοβιτς Ραζουμόφσκι, πρέσβη της Ρωσίας στη Βιέννη (έργο 59, αρ. 3).

Στο έργο του Σοστακόβιτς οι «Τετρακτύς» ξεκίνησαν αποδίδοντας με ακρίβεια και νεύρο το ειρωνικό βαλς του πρώτου μέρους. Αποφασιστική ήταν η ένταση του διαλόγου ανάμεσα στο α΄ βιολί (Γιώργος Παναγιωτίδης) και στο τσέλο (Δημήτρης Τραυλός).

Στο δεύτερο μέρος η συνομιλία συνεχίστηκε πιο ισότιμη ανάμεσα στα τέσσερα όργανα και η τυπικά ρωσική νοσταλγία αποδόθηκε με λεπτότητα. Ενταση, ταχύτητα, νεύρο αλλά και πνεύμα χαρακτήρισε την ερμηνεία στο Σκέρτσο που ακολούθησε. Πολύ καλή επίσης η σολιστική συνεισφορά της βιόλας (Αλί Μπαζεγκμέτζλερ). Η κορύφωση ήρθε στο τελευταίο μέρος, το πιο ενδιαφέρον κυρίως λόγω της εναλλαγής ανάμεσα σε διαθέσεις και ατμόσφαιρες.

Η ερμηνεία των «Τετρακτύς» διέθετε τις μουσικές αρετές στις οποίες έγινε ήδη αναφορά, όμως, επιπλέον, είχε ψυχή. Η αποφασιστική συνεισφορά του πρώτου βιολιού, ο διάλογος ανάμεσα στη βιόλα και στο τσέλο, η λυρική, μουσικότατη συνεισφορά του δεύτερου βιολιού (Κωνσταντίνος Παναγιωτίδης), ανέδειξαν τις επιμέρους ενότητες χωρίς να κατακερματίσουν το μέρος: αντίθετα, διασφάλισαν τη ροή και την κίνηση, απελευθερώνοντας συναισθήματα.

Απαιτητικός Μπετόβεν

Η κλασική εποχή έχει πάντοτε μεγαλύτερες δυσκολίες. Ετσι και το Κουαρτέτο του Μπετόβεν, αν και συνολικά αποδόθηκε πολύ καλά, άντεχε βελτιώσεις σε επιμέρους λεπτομέρειες. Λόγου χάριν, στο πρώτο μέρος η δεξιοτεχνία πρόδωσε ορισμένους από τους μουσικούς ή, πάλι, οι τελικές νότες φράσεων, ιδιαίτερα οι ψηλές, είχαν περισσότερη ένταση, αιχμηρότητα, τραχύτητα απ’ όσο θα ανέμενε κανείς.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τα εισαγωγικά μέτρα, το πρώτο μέρος διέθετε την απαιτούμενη ένταση χωρίς να ηχεί βεβιασμένο. Το λυρικό δεύτερο ήταν από τα επιτυχέστερα, καθώς ο κυματισμός τον οποίο πέτυχαν να προσδώσουν στην ερμηνεία τους οι τέσσερις μουσικοί απέδωσε τόσο εκείνα που αφηγείται η μελωδία σε πρώτο επίπεδο, όσο και τον σχολιασμό των οργάνων πλάι και πάνω σε αυτήν.

Ομοια, το μενουέτο που ακολούθησε διέθετε την κομψότητα και την ελαφράδα που προβλέπει ο Μπετόβεν όταν ζητά να ερμηνευτεί «με χάρη». Είναι η «θηλυκή» όψη του έργου, που βρήκε εξαιρετικά τη θέση της στην ερμηνεία. Το τελικό ζωηρό μέρος δόθηκε με ένταση και δύναμη, οδηγώντας στην απαραίτητη κλιμάκωση.