ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στον Σεφέρη βρήκα μια ακτίνα αισιοδοξίας

«Η έκθεση αυτή κάτι συνεχίζει· κάτι συνεχίζει να ξετυλίγεται». Με πολύ έμμεσο και έντονα αλληγορικό τρόπο, κόβοντας δρόμο μέσα από ιστορίες και ανέκδοτα ο πολυπράγμων ζωγράφος, σκηνογράφος, συγγραφέας και εικονογράφος παραμυθιών, εξωφύλλων δίσκων και βιβλίων Αλέξης Κυριτσόπουλος μιλάει για τα έργα που εκθέτει στην Γκαλερί Αστρα. Η νέα έκθεση ζωγραφικής περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και έργα εμπνευσμένα από ποιήματα του Ελύτη και του Εγγονόπουλου. Από εκεί πιαστήκαμε για να ξετυλίξουμε τη δική μας κουβέντα. Ο Κυριτσόπουλος μιλάει με λιτό, αυστηρό τρόπο που μπορεί ενίοτε να μοιάζει απότομος, όμως απλώς αντισταθμίζει την παιδική τρυφερότητα που αποπνέουν τα έργα, τα χρώματα και τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του. Η «παιδικότητα» που υπερασπίζεται απαιτεί μεγάλη σοβαρότητα για να σταθεί με αξιώσεις στα πόδια της.

– Εκτός από τη σειρά των έργων για τον Ελύτη και τον Εγγονόπουλο ετοιμάζετε και έργα εμπνευσμένα από τον Σεφέρη;

– Για τον Σεφέρη το έχω φτιάξει το βιβλίο, τώρα συζητάμε με το Μουσείο Μπενάκη, δεν ξέρω τι θα γίνει. Για τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο. Αλλά θα ήθελα να κάνω και τους άλλους. Τη γενιά του ’30.

– Ποιους άλλους θέλετε να εικονογραφήσετε;

– «Τον Εμπειρίκο, τον Καββαδία, τον Σαραντάρη που μου αρέσει πολύ. Ισως τον Ρίτσο», απαντάει κοφτά. «Διάβαζα τον Σεφέρη και στην αρχή νόμιζα ότι δεν μπορείς να τον πεις στα παιδιά εκτός κι αν απομονώσεις στίχους όπως «τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα…» κ.λπ. Θα σου διηγηθώ ένα περιστατικό, για να καταλάβεις», προσθέτει χαμογελώντας. «Είχα δει μια έκθεση στο Τελλόγλειο της Θεσσαλονίκης, ερωτικών σχεδίων του Πικάσο. Σχέδια όπου εικονογραφούνται απίστευτα πράγματα. Οργια. Κι εκεί ήταν κι ένα νηπιαγωγείο. Τρελάθηκα! Τι λένε τώρα αυτοί στα παιδιά, αναρωτήθηκα. Πλησίασα να ακούσω. Πώς να το περιγράψω με κόσμιες λέξεις; Δεν γίνεται! Και εκεί που ο Ραφαήλ πηγαίνει με την φουρνάρισσα και ο Πάπας είναι ηδονοβλεψίας κ.λπ., και εκεί στην άκρη του σχεδίου υπήρχε μια γάτα, ένα κατσικάκι. Κι η δασκάλα έλεγε στα παιδιά: «Κοιτάξτε το γατάκι!». Ε, λοιπόν δεν θέλω να κάνω αυτό το πράγμα με τον Σεφέρη, με τον Εμπειρίκο (όχι τον Μέγα Ανατολικό, αλλά τα άλλα)… Στον Σεφέρη βρήκα μια ακτίνα αισιοδοξίας που διατρέχει το βιβλίο. Την ακολούθησα και έβγαλα κάτι που νομίζω ότι δεν τον προδίδει».

– Δεν έχετε την αγωνία να προβάλλετε κάθε φορά κάτι εντελώς διαφορετικό που θα εντυπωσιάσει, αλλά χτίζετε ένα χαρακτηριστικό ζωγραφικό ύφος;

– Αυτό δεν το ξέρω τώρα, ας μην το συζητήσουμε. Αλλά εδώ υπάρχει μια ανάγκη να ξεδιπλώσεις τον εαυτό σου, να καταλάβεις περισσότερο τον κόσμο. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Οταν ήμουν μικρός, φοιτητής, ήμουν μαοϊκός, μετά πέρασα από τους αναρχικούς -πέρασα, δεν κάθισα- μετά ήμουν λίγο με την παράδοση, είχα φίλους αυτό που λένε Νεο-ορθόδοξους, τώρα δεν έχω τίποτα. Ο ίδιος είμαι όμως.

Το «Παραμύθι»

– Το ίδιο συμβαίνει με τη δουλειά σας;

– Με τη δουλειά συμβαίνει το ίδιο. Υπάρχει όμως το εξής: Τα δύο πράγματα που είναι γνωστά στον κόσμο από τη δουλειά μου είναι ο Σαββόπουλος και τα παιδικά βιβλία. Οταν είχα βγάλει «Το παραμύθι με τα χρώματα», πριν από τριάντα τόσα χρόνια, ήμουν στον Ελευθερουδάκη, μπήκε μια κυρία που ζητούσε παιδικά βιβλία και της έδωσαν το «Παραμύθι». Και λέει η κυρία: «Αυτός με τον Σαββόπουλο δεν δουλεύει, τι θέλει με τα παιδικά;». Δέκα χρόνια μετά στον Σαββόπουλο ένας άλλος φίλος στα παρασκήνια, λέει του Διονύση: «Τώρα με τον Αλέξη έχει γίνει παιδική η παράσταση».

Υπάρχουν δηλαδή δύο κατευθύνσεις: Μια σατιρική που συνάντησε τον Σαββόπουλο και μια παιδική. Τι θα πει παιδική; Θα πει, μια αθωότητα. Οτι παίρνουμε τα πράγματα από την αρχή. Αυτό συναντιέται με τη σάτιρα.

Κλέε και Σαγκάλ

– Η παιδικότητα που σας αποδίδουν έχει, δηλαδή, μέσα της κάτι σκοτεινό και ενίοτε τραγικό…

– Για παιδιά το λέμε εδώ στην Ελλάδα. Ο Κλέε ή ο Σαγκάλ δεν θα λέγαμε ότι είναι για παιδιά. Εγώ αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στα πόδια του βουνού που λέγεται Κλέε. Στην Ελλάδα ονομάζουν την καλή διάθεση, παιδικό, όπως εννοούν παιδικό τον Μπάστερ Κίτον ή τον Τσάρλι Τσάπλιν. Ταυτόχρονα όμως θεωρούν παιδικό τα πολύ άθλια, όπως τα πατατάκια, τα γαριδάκια, τις ροζ Μπάρμπι κ.λπ. Ο,τι σαχλό. Προσπαθώ να διαφοροποιηθώ από αυτό.

Ενα παιδάκι, γιος φίλων, μου είχε πει όταν βγήκε το «Παραμύθι με τα χρώματα»: «Εμένα η μαμά μου είπε ότι κι εγώ μπορώ να τα ζωγραφίσω έτσι. Προσπάθησα όμως να ζωγραφίσω κι εγώ τέτοια και δεν μπόρεσα». Είναι, δηλαδή, ένα πολύ σοβαρό κριτήριο αυτό.

– Και μεγάλο κομπλιμέντο…

– «Εντάξει. Οταν ίδρυσαν τον «Μπλε Καβαλάρη», η ομάδα του Καντίνσκι, ασχολήθηκαν με τρία θέματα: Τη ζωγραφική των τρελών, των παιδιών και τη λαϊκή τέχνη. Τα έλαβαν υπόψη τους ως μια άλλη παράμετρο, σε αντίθετη με την παραστατική, ακαδημαϊκή ζωγραφική. Από εκεί βγήκε ό, τι μπορείς να φανταστείς, π.χ. ο Οντιλόν Ρεντόν. Είναι περιοριστικό, όχι για μένα, να το λες παιδικό, αλλά γι’ αυτόν που σκέφτεται, διότι περιορίζει τον ορίζοντα της σκέψης του.

Ολοι οι άνθρωποι περνάμε των παθών μας τον τάραχο. Εγώ αυτό δεν θέλω να το επικοινωνήσω. Αυτό με ενδιαφέρει στα παραμύθια, ότι είναι κάτι πιο παρήγορο», προσθέτει και φωτίζεται το πρόσωπό του.

Το σχέδιο, το χρώμα και η σύνθεση

– Η ζωγραφική με χρώμα, η υπέρβαση του σχεδίου, είναι ένα άλμα για τον ζωγράφο;

– Υπάρχουν ζωγράφοι που είναι μεγάλοι σχεδιαστές και άλλοι που είναι μεγάλοι κολορίστες. Υπάρχουν σχέδια που περιέχουν χρώμα και χρώματα που είναι άνευ σημασίας. Εγώ νομίζω ότι σχεδιάζω χρωματίζοντας. Το λεπτό θέμα είναι ότι το σχέδιο είναι πιο εγκεφαλικό, πιο της λογικής. Σε έναν ζωγράφο πιο συναισθηματικό, σαν κι εμένα, το σχέδιο έρχεται να μαζέψει, να τιθασεύσει το συναίσθημα, το οποίο ως τυφλό και αχαλίνωτο μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Η λογική κουβαλάει και μια ηθική συνήθως μαζί της.

– Σε κάθε έργο υπάρχει έντονη σπουδή του λόγου των χρωμάτων, πέρα από το συναίσθημα;

– Το συναίσθημα το κάνει αυτό. Είναι κάτι καλλιεργημένο με τα χρόνια που γίνεται μόνο του. Το πιο σοβαρό θέμα με το σχέδιο, νομίζω, είναι η σύνθεση. Εγώ δεν μπορώ να κάνω σύνθεση. Είναι το αδύνατό μου σημείο. Γι’ αυτό και πολλά έργα μου είναι σαν σημειώσεις. Σημειώσεις για άλλα πράγματα που αν ήταν πιο οργανωμένο το πνεύμα μου θα μπορούσαν να γίνουν κάτι. Είναι σαν να είναι σταματημένα στη μέση και να μην ξέρουν πώς να συνεχίσουν.