ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ακροβατώντας με τον Ζωρζ Μπατάιγ

GEORGES ΒΑΤΑΙLLΕ

Το γαλάζιο του ουρανού

μετ.: Ειρήνη Τσολακέλλη

εκδ. Αγρα

Στην Ευρώπη πληθαίνουν τα «προεξαγγελτικά σημάδια» του φασισμού· το δυστοπικό χάος της δεκαετίας του ’30 βαθαίνει ολοένα. Ο Ζωρζ Μπατάιγ ταξιδεύει με τον ζωγράφο Αντρέ Μασόν στην Ισπανία κι εκεί, στα 1934, ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του «Το γαλάζιο του ουρανού», που θα κυκλοφορήσει, ωστόσο, δύο περίπου δεκαετίες αργότερα, το 1957.

Το μυθιστόρημα θα γεννήσει πολιτικές, φιλοσοφικές, ακόμη και μεταφυσικές αναλύσεις, θα κινήσει το ενδιαφέρον του Φουκώ, του Σολέρς, του Ντεριντά, θα θεωρηθεί σύγχρονη διασκευή της ιστορίας του βλάσφημου Δον Ζουάν, κι έτσι πλημμυρισμένο καθώς είναι από «κραυγές, δάκρυα, σπέρμα και περιττώματα» θα προκαλέσει αμηχανία στους λογοτεχνικούς κύκλους. Απολύτως φυσικό, θα έλεγε κανείς, μια και δεν κάνει την παραμικρή παραχώρηση στο τρέχον αισθητικό κριτήριο, μια «και δεν έχει τίποτα το ανθρωπιστικό», καθώς σημείωνε χαρακτηριστικά ο Αντρέ Μασόν. Πράγματι, τίποτα το ανθρωπιστικό, όμως πολλά ανθρώπινα: τα ερέβη μιας ψυχής σε συνεχή αναζήτηση· την υπαρξιακή αγωνία που παλεύει να ξεφύγει από τον εαυτό της για να παγιδευτεί ακόμα πιο ασφυκτικά στην ίδια της τη δίνη· την ερωτοτροπία με την τρέλα· τη ροπή προς την υποδούλωση, πολιτική ή προσωπική.

Μια λωτρεαμονική έξαψη διαπερνά αυτό το δράμα, που συνδυάζει πολιτικά γεγονότα και προσωπική τραγωδία καθώς περιγράφει την περιπλάνηση ανά την Ευρώπη ενός άντρα ταγμένου σε αέναη φυγή, διχασμένου ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, καθηλωμένου από τον αυτοκαταστροφικό του πόθο για την πιο άσχημη από τις τρεις, μια νεαρή γυναίκα που ο μηδενισμός της φαντάζει η μόνη λογική αντίδραση στον σκοτεινό, αποπνικτικό και επίφοβο πολιτικό περίγυρο που βαραίνει έστω και ανεπίγνωστα πάνω στα πρόσωπα.

Στοιχειωμένος από τους εσωτερικούς του δαίμονες, ο ήρωας του «Γαλάζιου» θα βουλιάξει στον ξεπεσμό και την αισχρότητα, σχεδόν μόνιμα μεθυσμένος ή άρρωστος, αλλά και ηδονικά παραδομένος σε ακολασίες κάθε είδους. Κι όσο ο βασανισμός του διογκώνεται, τόσο η Ευρώπη βουλιάζει στην τρέλα του ολοκληρωτισμού και της βίας.

Η κριτική ερμήνευσε τη διαρκή φυγή του κεντρικού ήρωα ως την ανάγκη του να δραπετεύσει από τον εκκωφαντικό θόρυβο της επελαύνουσας Ιστορίας -τον ισπανικό εμφύλιο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- και είδε την εθελούσια και συστηματική εγκατάλειψή του στη νοσηρή αγαλλίαση του κακού, στη σαγήνη που ασκεί το δίπολο Ερως-Θάνατος, ως μια συμβολική αντήχηση της καταστροφής που ολοένα πλησιάζει. Εγκαθιστώντας επί σκηνής άρρωστα μέχρι αποσύνθεσης σώματα, πράξεις που βρίσκονται κοντά στο θάνατο και μέσα στο θάνατο -όπως η τελευταία συνεύρεση των πρωταγωνιστών στο μαλακό χώμα ενός κοιμητηρίου και υπό τον δυσοίωνο βηματισμό της χιτλερικής νεολαίας -ο συγγραφέας συνδυάζει την ανθρώπινη ύπαρξη με το αιμοσταγές δράμα της ιστορίας. Σκοτεινό και παγερά όμορφο, εξαιρετικά μεταφρασμένο στη γλώσσα μας από την Ειρήνη Τσολακέλλη, το μυθιστόρημα του Μπατάιγ θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ακροβασία στα όρια, σαν συνομιλία με το αδύνατο, σαν οδυνηρή μεταστοιχείωση της δαπάνης του εαυτού σε ακριβοπληρωμένη γνώση.