ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εφυγε «πλήρης ιδεών»

Είχε ζητήσει να γραφτεί στον τάφο του πως έφυγε «πλήρης ιδεών». Αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν. Τα τελευταία χρόνια, ακριβώς λόγω κάποιων ατίθασων και ανεφάρμοστων ιδεών, κάποιοι του είχαν κολλήσει και την ρετσινιά του γραφικού. Δεν έχω ιδέα πια τι είναι γραφικότητα και ποιες ιδέες είναι εφαρμόσιμες, όταν οι έως τώρα εφαρμοσμένες αποδείχθηκαν είδωλα σε έναν καθρέφτη, κακοφορμισμένα περιγράμματα που μοιάζουν ανθρώπινα αλλά δεν είναι.

Ο Ρασούλης τον αγάπησε τον άνθρωπο. Αυτό το τόσο αυτονόητο αλλά τόσο σπάνιο χάρισμα, αυτή η ποιότητα που μας διαχωρίζει από τον κακό μας εαυτό. Προσπάθησε να του βρει εναλλακτικές, έστω και στα κιτάπια της μεταφυσικής. Βέβαια, πια, σ’ ένα άδειο σπίτι. Αυτό δεν αναιρεί τον πυρετό του για παρέα και επαφή. Για συλλογικότητα. Ηταν πλήρης και από αυτά. Πριν από αρκετά χρόνια, στο ραδιόφωνο, με είχε αιφνιδιάσει μιλώντας για την κοινή ρίζα των Κρητικών με τους Παλαιστίνιους. Μιλήσαμε λίγο για τον Οσσο, για τα ανοίγματα που του άφησε ο Ηράκλειτος να περάσει, για την απόδρασή του από αριστοτελικά σχήματα που υιοθετήθηκαν από την δυτική σκέψη. Δεν μπορούσα να τον παρακολουθήσω σε όλες τις διαδρομές του. Παραιτήθηκα, χάζευα το πάθος περισσότερο από τα λόγια. Το πείσμα του που εφορμούσε στη λογική και διασπούσε τις γραμμές της. Ενας βομβιστής που χλεύαζε τους πυροτεχνουργούς του «ορθού λόγου». Και ο τόνος της φωνής ήσυχος, γρήγορος βηματισμός αλλά σε ευθεία γραμμή.

Ο Μανώλης Ρασούλης, ο στιχουργός, έδωσε μία μοναδική παράσταση στο ελληνικό τραγούδι. Ανέβηκε στη σκηνή και μίλησε «αμφισβητώντας» τις παραδομένες φόρμες -παρά το γεγονός πως μία βιαστική ανάγνωση της τεχνικής του δεν το επιβεβαιώνει αυτό- ανανεώνοντας τη θεματολογία του ελληνικού τραγουδιού και με μια απλοχεριά πήρε λέξεις ατραγούδιστες έως τότε και τους έδωσε την ευκαιρία τους.

Είχε ανοιχτά φύλλα. Ηταν λίγο παράξενα τα πονταρίσματά του, λίγο παιδικές οι μπλόφες του, αλλά δεν ξέρω αν είχε καημό να κερδίσει. Από την εποχή της συνεργασίας του με μεγάλους συνθέτες και τραγουδιστές μέχρι την «ιδιώτευσή» του και τον προσωπικό του δισκογραφικό κλεφτοπόλεμο, το κυρίαρχο στοιχείο του ήταν η παιγνιώδης διάθεση στη στιχουργική του. Ηταν μοναδικός ο τρόπος που με μία λέξη «υπονόμευε» ό,τι με τόση επιμέλεια έχτιζε, φυτεύοντας το χιούμορ στις συμπαγείς φιλοσοφικές του κατασκευές. Ομως, όλα αυτά τα συνδύασε με μία πηγαία λαϊκότητα. Λαϊκά τραγούδια έγραψε. Πέρασε ξυστά από την παγίδα του λόγιου, σαν πιτσιρικάς που μετράει με το μάτι το βάθος ενός πηγαδιού, παίζει γύρω του, το κοροϊδεύει, κινδυνεύει μονίμως, συνεχίζει.

Είχε όμως και μία άλλη σπάνια αρετή. Μια ικανότητα που συνήθως δεν αναφέρεται, δεν υπογραμμίζεται, δεν αξιολογείται, ίσως ακριβώς επειδή είναι σπάνια. Μπορούσε να γράφει «γυναικεία». Δεν υποδύθηκε πως μπορούσε, μπορούσε. Ενας άντρας που έγραψε τραγούδια για γυναικεία φωνή, με λόγια υπαγορευμένα από τη δική της σκοτεινιά, σαν να κρυφάκουγε το παραμιλητό της.

Και τέλος, ο τρόπος που έφυγε… Στις πόσες μέρες λείπεις από κάποιους και αρχίζουν να σε αναζητούν; Στις πόσες μέρες έρχονται και σπάνε την πόρτα; Τι σόι ποντάρισμα ήταν αυτό;

Στραβά το καπελάκι του, ίσιωσε την τελευταία του ρίμα στον καθρέφτη, και έφυγε για εκεί που υπαινίχθηκε σε ορισμένα τραγούδια του – πως υπάρχουν και δεύτερες ζωές…