ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν η Αθήνα πάλευε με λάθη, αλλά κοίταζε μόνο μπροστά

«Από τα υψηλά δώματα και τας πλαγιάς και τας κορυφάς των περιπτυγμένων από την πόλιν λόφων, τα οδοντωτά κεντήματα των πολυκατοικιών που πλαισιώνει ο αττικός ουρανός προδίδουν τα νέα χαρακτηριστικά της ζωής των Αθηνών: τας δείχνουν να μην υστερούν εις μίαν εξ απόπτου θέαν έναντι ονομαστών πόλεων ως ο Αγιος Φραγκίσκος ή το Ρίον Ιανέιρον. Ο κρεμαστός σιδηρόδρομος εις το Αμαρούσιον ενθυμίζει τους κρεμαστούς αυτοκινητόδρομους του Λος Αντζελες. Αι ολίγαι αλλά ωραίαι λεωφόροι και αι πολύχρωμοι φωτειναί επιγραφαί της αθηναϊκής εσπέρας δεν υστερούν εις τίποτε από αυτάς των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων» (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Φοίνιξ, συμπλήρωμα: αρχές δεκαετίας 1960, λήμμα «Αθήναι», Β. Α. Σπανόπουλου.)

Αποτελεί σχεδόν εθνικό χόμπι η καταδίκη της πρώτης οκταετίας του αειμνήστου Καραμανλή για την καταστροφική της επίδραση στην Αθήνα. Η στάση αυτή έχει ενδιαφέρον σε πολλά επίπεδα. Πρώτον, επιρρίπτει τις ευθύνες σε ένα πρόσωπο και αγνοεί τη συλλογική ευθύνη των κατοίκων της πόλης – αρχιτεκτόνων και άλλων πνευματικών ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. Τσαρούχης). Υστερα, παραβλέπει το γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του ’50 τα νέα κτίρια ήταν συχνά αξιόλογα: η ευθύνη των αρχιτεκτόνων δεν σχετίζεται τόσο με το τι έχτισαν, όσο με το πού και στη θέση ποιου κτιρίου το έχτισαν – δηλαδή με τη συμμετοχή τους στην αλλοίωση του ιστορικού χαρακτήρα της πόλης. Τρίτον, βρίσκεται σε αντίθεση με τον ελάχιστο σχολιασμό της ραγδαίας χειροτέρευσης του κτισμένου περιβάλλοντος που επήλθε μετά το 1960 και συνέπεσε με τον όλο και μεγαλύτερο παραγκωνισμό των αρχιτεκτόνων από την οικοδομική ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία: πολλά λάθη έγιναν τότε. Αλλά είναι δύσκολο να μη νιώσει κανείς νοσταλγικά, διαβάζοντας αυτό το κείμενο. Ο δυναμισμός, η διάθεση προόδου (έστω και με λανθασμένες κάποτε αντιλήψεις για το τι συνιστά πρόοδο και το τι είναι «ευρωπαϊκό»), η αίσθηση ότι η Αθήνα κατέχει ισάξια θέση ανάμεσα στις μεγαλουπόλεις του κόσμου ήταν σημεία υγιούς στάσης.

Ολα αυτά είναι στον αντίποδα της κατάστασης που επικρατεί εδώ και τριάντα χρόνια – με μια μικρή ανάπαυλα για τους Ολυμπιακούς. Μια διαστρεβλωμένη αντίληψη «προστασίας του περιβάλλοντος», μας οδήγησε στο τσιμέντωμα του Λεκανοπεδίου με χαμηλά κτίρια. Αφού (κακώς) πρώτα γεμίσαμε το ιστορικό κέντρο με 9ώροφα, τώρα, εκεί που πραγματικά χρειάζονται ψηλά (και όχι μόνο 9 ορόφων) κτίρια με μεγάλους φυτεμένους χώρους ανάμεσά τους (π.χ. λεωφόροι Κηφισιάς, Μεσογείων κ.λπ.), χτίζουμε 4ώροφα με ελάχιστα κενά. Και το κακό δεν σταματά εκεί. Κάθε έργο που θα μπορούσε δώσει μιαν αναπτυξιακή πνοή, κολλάει για χρόνια σε προσφυγές και διαμαρτυρίες κάθε λογής ηχηρών μειοψηφιών. Στον απέραντο μετα-βιομηχανικό σκουπιδότοπο του Ελαιώνα κάποιοι ανακάλυψαν… βιότοπο. Και το κράτος, αντί να προκηρύξει έναν διεθνή αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό διαγωνισμό, ασχολείται με το αν θα χτιστεί ένα γήπεδο. Καλοδεχούμενο, αλλά είναι το λιγότερο. Σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα, αυτή η τεράστια tabula rasa σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο θα ήταν το όνειρο αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, μια ευκαιρία εισροής τεράστιων ιδιωτικών κεφαλαίων, δημιουργίας τοπόσημων παγκόσμιας εμβέλειας και ουσιαστικού rebranding της πόλης.

Ναι, προ 50 ετών πολλά λάθη γίνονταν, αλλά υπήρχε κίνηση. Τώρα έχουμε πέσει στο τέλμα. Μακάρι να το αντιληφθούμε, πριν βουλιάξουμε ακόμα βαθύτερα μέσα του. Ας ελπίσουμε οι εξελίξεις στο Ελληνικό να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.

* Ο κ. Αλέξανδρος Α. Λάβδας είναι διδάκτωρ Νευροβιολογίας (University College London) και ερευνητής Γ΄ (βαθμ επικ. καθηγητή) στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.