ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια καθαρή ματιά στο δημοτικό τραγούδι

Αλέξης Πολίτης: «Το δημοτικό τραγούδι: εποπτικές προσεγγίσεις». Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2010, σελ. 433.

ΔΟΚΙΜΙΑ. Υπάρχουν ακόμα λόγοι (και τίποτα δεν δείχνει ότι θα πάψουν σύντομα να υπάρχουν) να διαβάζουμε τα δημοτικά τραγούδια, τόσο για την καθαυτό λογοτεχνική τους αξία, υψηλή άλλωστε, όσο και, ιδιαίτερα τα ιστορικά εξ αυτών και τα κλέφτικα, για τις πληροφορίες που παρέχουν, διηθημένες ή όχι, για τη σύγχρονή τους κοινωνία και για τις αντιλήψεις που τη χαρακτήριζαν. Και υπάρχουν πάντοτε λόγοι να διαβάζουμε για τα δημοτικά τραγούδια. Να διαβάζουμε δηλαδή μελέτες που αφορούν το περιεχόμενο και την τεχνική τους, τη λογική της σύνθεσής τους, τα μοτίβα τους, τη σχέση τους με παλαιότερες μορφές της προφορικής μη προσωπικής ποίησης (από τα σκόλια των αρχαίων έως τα ακριτικά) και τη λειτουργία τους βέβαια, τόσο στην ίδια την εποχή που πλάθονταν όσο και στα επόμενα χρόνια.

Τέτοια μελετήματα συγκεντρώνει ο Αλέξης Πολίτης, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στον ογκώδη τόμο που φέρει τον τίτλο «Το δημοτικό τραγούδι: εποπτικές προσεγγίσεις». Εδώ «αρθρώνονται σε σύνολο», εμπλουτισμένα ή και ξαναγραμμένα, κείμενα πρωτοδημοσιευμένα από το 1975 και έπειτα σε εφημερίδες, περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες ή πρακτικά συνεδρίων. Και πρόκειται για ένα σύνολο συναρπαστικό, γιατί, αν και «το βιβλίο δεν γράφτηκε με μια πνοή», όπως λέει ο συγγραφέας του στο Επίμετρό του, είναι ίδιο το πνεύμα που τα ρυθμίζει και τα συντάσσει.

Η στέρεη γλώσσα, η αφηγηματική χάρη, το χιούμορ, που συνυπάρχει αρμονικά με την επιστημονική αυστηρότητα, δίνουν σε ένα φιλολογικό σύγγραμμα την ειδή ενός λογοτεχνήματος υψηλής στάθμης το οποίο και συγκινεί και ερεθίζει πνευματικά, κρατώντας τον αναγνώστη του ανήσυχο έως το τέλος· θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «μυθιστόρημα του δημοτικού τραγουδιού». Αλλά δεν πρόκειται για μυθιστόρημα: αλήθειες ψαύει και φανερώνει, παραγνωρισμένες, αποσιωπημένες ή απωθημένες, την αισθητική και ιστορική αλήθεια του δημοτικού τραγουδιού που επικαλύφθηκε από αλλεπάλληλα στρώματα καλλιτεχνικής και ιδεολογικής νόθευσης. Οσοι αγαπάνε το δημοτικό, ως μια σύλληψη του ελληνικού βίου από τις ουσιωδέστερες και εντέλει μάλλον αναντικατάστατη, μόνο ωφελημένοι μπορεί να βγουν από τέτοιου ήθους κείμενα, που, φυσικά, δεν συνάδουν με ό,τι καθιερώθηκε σαν ορθό από λειψή εμπιστοσύνη, παρά την αντίθετη ρητορεία, στον ίδιο τον δημιουργό (της ποίησής του όσο και της ιστορίας του) λαό.

Τα δοκίμια του Αλέξη Πολίτη, που έχουν ως θέμα τους κώδικες της προφορικής δημιουργίας, τα κλέφτικα, τις «Ρίμες», το πέρασμα από την προφορική παράδοση στη γραπτή, τη νοθεία των δημοτικών τραγουδιών και άλλα πολλά, είναι όλα τους γεννήματα μιας πλούσιας γνώσης. Η γνώση αυτή είχε λαμπρά πιστοποιηθεί με τις προηγούμενες δουλειές του: με την επιμέλεια της έκδοσης των «Κλέφτικων» (Ερμής, 1973), με τον τόμο «Η ανακάλυψη των δημοτικών τραγουδιών: προϋποθέσεις, προσπάθειες και η δημιουργία της πρώτης συλλογής», όπου και ιχνηλατείται το ενδιαφέρον των λογίων (ξένων στην αρχή και όχι Ελλήνων) για τη δημοτική ποίησή μας (εκδ. Θεμέλιο, 1984), με την επιμέλεια της έκδοσης των «Ελληνικών δημοτικών τραγουδιών» του Κλοντ Φοριέλ (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, δύο τόμοι) και τα άλλα βιβλία του, γενικότερου φιλολογικού και ιστοριογραφικού περιεχομένου.

Επιστημονική ευθύνη

Οσο γερή κι αν είναι η φιλολογική αρματωσιά κάποιου, εντούτοις, δεν εξασφαλίζει καλό αποτέλεσμα αν δεν συνοδεύεται από καθαρή ματιά, απαλλαγμένη από δογματισμούς. Αυτό, λοιπόν, που προέχει εδώ είναι ότι τα δοκίμια αποτελούν καρπό μιας καθαρής ματιάς, μιας εποπτικής ικανότητας που όσο ευρύτερο πεδίο καλύπτει τόσο αυξάνεται η οξύτητά της. Και σ’ αυτήν οφείλουν τα κείμενα τη ζηλευτή σαφήνειά τους, την ευθύτητα των σκέψεών τους, ενοχλητική οπωσδήποτε για όσους επιμένουν να διακινούν τα στερεότυπά τους ή να εγκλωβίζονται μέσα σε αυτά, αφαιρώντας από την επιστήμη ό,τι της επιβάλλει η ίδια της η ετυμολογία: την εύρεση, την αναζήτηση της γνώσης.

Επιπλέον, τα κείμενα που απαρτίζουν τον τόμο είναι δημιουργήματα ενός στοχαστικού ανθρώπου που εννοεί στην κυριολεξία του το χρέος στον αναστοχασμό, την αυτοαμφισβήτηση ακόμα. «Υπάρχει πρόοδος και στον τρόπο που διαβάζει κανείς», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο κείμενό του «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», κι αυτό ώρες ώρες μοιάζει με προτροπή περισσότερο (προς τον ατομικό αλλά και τον συλλογικό αναγνώστη) παρά με ασφαλή διαπίστωση. Στην περίπτωση πάντως του Αλέξη Πολίτη και του τρόπου με τον οποίο διαβάζει τα δημοτικά τραγούδια, δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς τη σπάνια επιστημονική τιμιότητά του. Δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο, κάθε άλλο, να ασκεί ένας συγγραφέας δημοσίως κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, σε παλαιότερα κείμενά του, όπως πράττει ο Πολίτης στον παρόντα τόμο. Στο χρησιμότατο κεφάλαιο «Βασική βιβλιογραφία για το δημοτικό τραγούδι», και λίγο πριν ολοκληρωθεί το βιβλίο με τα τρία λειτουργικά ευρετήριά του, παρουσιάζει φυσικά και τη δική του έκδοση των «Κλέφτικων», σημειώνοντας ωστόσο: «Εισαγωγή πλούσια σε ιστορικά στοιχεία και λεπτομέρειες, γραμμένη όμως από οπτική γωνία που ο επιμελητής έχει έκτοτε πολλαπλώς αναθεωρήσει». Για όσους η αναθεώρηση είναι αμάρτημα, παρότι αυτή είναι ή θα έπρεπε να είναι το μόνο «δόγμα» της επιστήμης και της έρευνας, μια τέτοια «ομολογία» είναι είτε περιττή είτε αυτοκαταστροφική, μια και υπονομεύει όλες τις περί αλαθήτου σιγουριές.

Αλλά η ίδια υψηλή επιστημονική ευθύνη είχε οδηγήσει τον Αλέξη Πολίτη ήδη στην ανατύπωση των «Κλέφτικων» (Ερμής, 1981) στην προσθήκη μιας επίσης «αυτοκαταστροφικής» σημείωσης: «Η κριτική της επιλογής αυτής από τον Σπ. Ι. Ασδραχά, ορισμένες παλαιότερες μελέτες που μου είχαν διαφύγει, τα νέα κείμενα που περιέχει το αρχείο του Fauriel στο Παρίσι, καινούργιες ανιχνεύσεις και ιστορικές προσεγγίσεις με οδήγησαν σε επανεκτιμήσεις και διαφοροποιήσεις…». Μια και δεν ζούμε πια στη δημοκρατία της προφορικότητας, είμαστε (η σκέψη μας δηλαδή και οι απόψεις μας, μπορεί και το αίσθημά μας) ό,τι κι όσο διαβάζουμε· αν, παρότι μελετητές, παύουμε να διαβάζουμε, βέβαιοι ότι μας δόθηκε ήδη η αλήθεια, ή βγάζουμε έξω από τον ορίζοντά μας ό,τι υποθέτουμε ή φοβόμαστε πως θα θέσει σε κίνδυνο τις σταθερές μας, τότε απλώς παύουμε να περνάμε κάπου αλλού, παύουμε δηλαδή να ζούμε το ρήμα «διαβάζω» στην κυριολεξία του, σαν δυνατότητα περάσματος προς κάτι νέο. Ψάχνοντας βρίσκει κανείς, κι άλλος τρόπος δεν υπάρχει, εκτός της επιφοίτησης βέβαια, για την οποία ωστόσο οι επιστήμονες είναι υποχρεωμένοι να αδιαφορούν.

Η δεύτερη ζωή των δημοτικών

Σε τούτο το ωραία αρμοσμένο φιλολογικό του αφήγημα, λοιπόν, ο Πολίτης μελετά τους τρόπους και τις λειτουργίες της προφορικής λογοτεχνίας, τη συμπλοκή της με τη συγκαιρινή της κοινωνία (ποιοι και πώς συνέθεταν τα κλέφτικα, λόγου χάρη, ποιοι οι «στραβοί με τες λύρες» που λέει ο Κολοκοτρώνης, και οι οποίοι θυμίζουν τον τυφλό ζητιάνο του Σολωμού, και ποια μορφή έπαιρνε αυτό που γράφει ο Μακρυγιάννης, ότι «εις τα ‘ρδιά [τα στρατόπεδα] πάντοτες εγλεντούσαμεν», με ταμπουράδες και τραγούδι) και κυρίως ποια υπήρξε «η δεύτερη ζωή των δημοτικών τραγουδιών», φιλολογική και κοινωνική. Προσδιορίζοντας ως «έτος γεννήσεως για το ελληνικό ενδιαφέρον γύρω από το δημοτικό τραγούδι» το 1852, οπότε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος εξέδωσε τα «Ασματα δημοτικά της Ελλάδος» («συμπεπληρωμένα», όπως ο ίδιος προοιμιακά δήλωνε), ο Πολίτης, πατώντας στο ερευνητικό έδαφος που άρχισε να γεωργεί ο Γιάννης Αποστολάκης ήδη το 1929, παρακολουθεί στενά και καταγράφει τη νόθευση που υπέστη το δημοτικό τραγούδι (και το κλέφτικο) από λογίους οι οποίοι, από υπερβάλλοντα καλλιτεχνικό ή εθνικό ζήλο (ή και για να γράφουν στη δημοτική όταν δέσποζε η καθαρεύουσα), «συμπλήρωναν» τα υπάρχοντα δημοτικά ή και συνέγραφαν και δικά τους, χωρίς να αποσαφηνίζουν ότι πρόκειται για προσωπική ποίηση και όχι για ανώνυμη, δημοτική (το αντίθετο συνέβαινε με αρκετούς ανθολόγους ή συλλογείς: δήλωναν ότι παρουσίαζαν καταγραφές «από το στόμα του λαού»).

Δεν είναι, το αντίθετο ισχύει, στενά φιλολογικού ενδιαφέροντος ερωτήματα του είδους «πόσα από τα κολοκοτρωναίικα είναι όντως κολοκοτρωναίικα» και όχι κατοπινές κατασκευές ή τι οδήγησε τον Ζαμπέλιο να προσθέσει στον θρήνο της Αλωσης τον στίχο «γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (έκτοτε κοινόχρηστο, άρα, υπό μία και μόνη οπτική, λαϊκό, αφού από τη γραπτή πλέον δημιουργία πέρασε και εγκαταστάθηκε στην προφορική και από την ατομική στην κοινή). Εχουν να κάνουν με τους δρόμους που ακολούθησε η συλλογική μας αυτογνωσία και με τους αναδρομικούς εξωραϊσμούς ή, να το πω έτσι, εξηρωισμούς που χρησιμοποίησε σαν αχρείαστη βακτηρία. Μελετώντας και γράφοντας για το πώς και γιατί, με την παρέμβαση λογίων, νοθεύτηκαν πολλά δημοτικά, και πώς, παρά τον «εμπλουτισμό» τους (ενώ καμία ενίσχυση δεν χρειαζόταν ούτε το φρόνημά τους ούτε η ηθική τους ούτε η λογοτεχνική τους αξία), εξακολουθούν, λόγω και της εκπαίδευσης, να (εκ)τιμώνται σαν η ατόφια ελληνική φωνή, σαν η αυθεντικότερη έκφραση του δήμου, είναι σαν να γράφεις την ιστορία της μετεπαναστατικής Ελλάδας, με την ελπίδα ότι εκείνη η ελυτική «πρόοδος στην ανάγνωση» θα φτάσει κάποια στιγμή να αφορά και το σχολείο· ότι δηλαδή κάποια στιγμή η λεγόμενη δημόσια ιστορία θα αποκτήσει στενότερη σχέση με την επιστημονική. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η συμβολή του Αλέξη Πολίτη είναι καθοριστική· τίποτα λιγότερο.