ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η γοητεία του ντουέτου εις διπλούν

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

Αέρας

σκηνοθ.: Σύλβια Λιούλιου

Θέατρο: Πόλη

Ζ. Μ. ΜΠΕΝΕΤ Ι ΖΟΥΡΝΕΤ

Δύο γυναίκες χορεύουν

σκηνοθ.: Τ. Ιορδανίδης

Θέατρο: Ιλίσια – Βολανάκης

Τα ντουέτα στο σανίδι ασκούν σε άλλους τη γοητεία της μονομαχίας, σε άλλους τη γοητεία της Αισχυλικής τους ρίζας (με τους δύο υποκριτές) ή πάλι τη γοητεία του επιθεωρησιακού νούμερου. Κάπου στη μέση των γοητειών βρίσκομαι κι εγώ. Οταν μάλιστα τα μεγέθη των ηθοποιών είναι αδιαμφισβήτητα, η γοητεία γίνεται επιταγή.

Δύο κόσμοι, δύο κώδικες

Ρένη Πιττακή – Ράνια Οικονομίδου σε ρόλους δύο αλληλομισούμενων αδελφών, που παμπόνηρα και υστερόβουλα «μονοιάζουν» αλληλοσφαζόμενες για χάρη μιας περιουσίας… μπορεί κι άνευ ουσίας. Ο Χατζηγιαννίδης επιχείρησε μια σάτιρα ηθών με δανεικά μέσα του παραλόγου. Φαντάστηκε το έργο κωμικό και τις ηρωίδες με τις «αιχμηρές, κοφτές» ατάκες τους, με τις συνεχείς συρράξεις και γελοίες ανακωχές τους, με τους εκβιασμούς, τις κακίες και τις δήθεν αλήθειες τους, σπαρταριστά αστείες. Πράγματι, αυτό το έργο-αέρας-πρόφαση, το έργο-σπουδή και αυτοπαρατήρηση της γελοιότητάς μας θα μπορούσε να είναι κωμικό. Θα μπορούσε ν’ απογειωθεί ως Ιονεσκική, γκροτέσκα φούσκα με δραματικό ΑΕΡΑ μέσα της. Κάτι τέτοιο επιδίωξε και η νέα, ανερχόμενη σκηνοθέτης Σύλβια Λιούλιου, σε αυτό στόχευσαν και οι δύο εξαιρετικές ηθοποιοί. Το πρόβλημα, νομίζω, προέκυψε από τα υποκριτικά μέσα που χρησιμοποίησε η κάθε μία κι από τους ασύμβατους κώδικες που υπέδειξε (ή έστω δεν απέκλεισε) η σκηνοθεσία.

Η Ράνια Οικονομίδου παραδόθηκε στην παραδοξότητα, την υπερβολή, σ’ ένα καραγκιοζίστικο, προφίλ παίξιμο με κλοουνίστικες γκριμάτσες πίσω από την πλάτη της κομψής αδελφής της, με χειρονομίες κακιάς μάγισσας (σε μοναχικό, παραθαλάσσιο σπίτι που τρίζει ανατριχιαστικά καθώς το δέρνει ο ΑΕΡΑΣ και τ’ αερικά). Αυτό το κόμικ, θριλερικό, γελοιογραφικό παίξιμο ως πρόθεση, ακύρωνε όμως το γέλιο κι εξαντλούσε το ενδιαφέρον καταλήγοντας κενό σχήμα.

Η Ρένη Πιττακή, έμπειρη μαστόρισσα του γκροτέσκου, κωμικά μυστηριώδης, γαργαλιστικά απειλητική, παγιδευτικά θηλυκή, κατάφερε να φθάσει στο δικό της υποκριτικό ανάστημα και να πείσει. Στιγμές στιγμές ήταν απολαυστική, ακόμη κι εξισορροπητική της αντίπαλης, γελοιογραφικής, εξωστρέφειας.

Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη αστικοφανές, υπαινιχτικό, με κινηματογραφικό αέρα. Τα κοστούμια της ακολούθησαν πιστά τους αντίθετους κόσμους αλλά και κώδικες των αδελφών, πράγμα που έκανε και η Αγγελική Στελλάτου με την επιμέλεια κίνησής τους. Η μουσική του Γιώργου Πούλιου φρόντισε για χιουμοριστικούς σχολιασμούς και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα για ειρωνικές ατμόσφαιρες.

Γυναίκες μόνες δεν ψάχνουν

Οι δύο γυναίκες, που ο Καταλανός συγγραφέας Josep Maria Benet I Jornet βάζει στη σκηνή «να χορέψουν», είναι από διαφορετικές γενιές αλλά με κοινή μοίρα. Προσωπικά στριμωγμένες και κοινωνικά αποκλεισμένες στη μοναξιά και στο περιθώριο. Ο Ζουρνέτ τις βάζει να συναντιούνται στο σπίτι της δύστροπης ηλικιωμένης όπου με πρωτοβουλία της ψυχρής κόρης της, η νέα αναλαμβάνει το νοικοκυριό και τη φροντίδα της δύο φορές την εβδομάδα. Στην αρχή, οι κλασικές αντιδράσεις της πρώτης, σχεδόν βίαιες και προσβλητικές. Σιγά σιγά η προσέγγιση και σχεδόν η φιλία. Η ηλικιωμένη προσπαθεί και τελικά καταφέρνει να «κοιτάξει» μέσα στην ψυχή της νέας. Να μάθει το επώδυνο μυστικό που αναγκάζει μια μορφωμένη καθηγήτρια να κάνει δουλειές σπιτιού και να φροντίζει γέρους. Το γενναίο γύρισμα της εξέλιξης στο τέλος του β΄ μέρους (δεν το μαρτυράω) κάνει το έργο να ξεχωρίζει από μιαν ολόκληρη συνομοταξία παρόμοιας δραματουργίας δίνοντάς του μιαν απρόσμενη διάσταση ως θέμα αλλά και ως χειρισμό.

Η Χρυσούλα Διαβάτη, ύστερα από κάποιες παραχωρήσεις σε καρατερίστικες εξάρσεις στην αρχή, βρίσκει θαυμαστό μέτρο στη συνέχεια ανάμεσα στην κωμικότητα, το πείσμα και την πίκρα, ανάμεσα στην απόγνωση, τον παλιμπαιδισμό, τη γενναιοδωρία και τη γενναιότητα.

Η Θάλεια Ματίκα, έξοχη ως κλειστή, τυπική, απόμακρη φροντίστρια, εξελίσσεται σε τραγική, απελπισμένη ύπαρξη με κορυφώσεις σπαραγμού πολύ δυνατές. Ολα, με αξιοθαύμαστη λιτότητα, αμεσότητα κι αυτοκυριαρχία που ενσωματώνει άνετα και το χιούμορ.

Η σκηνοθεσία του Τάσου Ιορδανίδη έξυπνα διακριτική άφησε χώρο στις προσωπικότητες των ηθοποιών οργανώνοντας τους ρυθμούς και τη σκηνική λειτουργία. Η μετάφραση από τα ισπανικά, της ομάδας Els de Paros μου φάνηκε ρέουσα και θεατρική, ενώ το σκηνικό του Γκάι Στεφάνου έπαιξε με μνήμες, κατασκευαστικούς αυτοσχεδιασμούς και… στατικές.