ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ντόρις Λέσινγκ, πενήντα μυθιστορήματα και ένα Νομπέλ

ΑΠΩΛΕΙΑ. «Πρέπει να γράφεις, κατ’ αρχάς, για να αντλείς προσωπική ευχαρίστηση. Να μη δίνεις δεκάρα για τους άλλους. Το γράψιμο δεν μπορεί να γίνει τρόπος ζωής. Ομως, ένα σημαντικό μέρος της συγγραφής είναι η ίδια η ζωή. Πρέπει να ζεις κατά τέτοιον τρόπο ώστε το γράψιμο να απορρέει από τη ζωή σου».

Γαλήνια έξοδος

Ετσι έλεγε η νομπελίστα συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ, που φρόντισε πράγματι να αποκομίσει τόσα βιώματα, τα οποία μπόρεσαν να θρέψουν μια πολυετή καριέρα με δεκάδες βιβλία. Η μεγάλη κυρία της σύγχρονης λογοτεχνίας άφησε την τελευταία της πνοή στον ύπνο της τις πρώτες ώρες της Κυριακής, στο σπίτι της στο Λονδίνο. Είχε προλάβει να κλείσει τα 94 της χρόνια, να πάρει το Νομπέλ, να δει τον κόσμο να αλλάζει, όχι με τον τρόπο βέβαια που η ίδια θα ήθελε ή είχε ονειρευτεί. Ποτέ όμως δεν δίστασε να ομολογήσει ότι έκανε λάθος σε ορισμένες από τις πεποιθήσεις της, με το τεράστιο θάρρος που πάντα τη χαρακτήριζε.

Και ο βίος της είχε ψήγματα μυθιστορήματος. Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1919 στην Τεχεράνη από Αγγλους γονείς. Ο πατέρας της είχε πάρει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε ακρωτηριαστεί. Η μητέρα της ήταν νοσοκόμα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο πατέρας της αποφάσισε να αναζητήσει μια εμπορική ευκαιρία στην Αφρική. Μετακόμισαν οικογενειακώς στη Ροδεσία, νυν Ζιμπάμπουε. Η μικρή Ντόρις διάβαζε ακατάπαυστα βιβλία. Μεγάλωσε μέσα στο φυλετικό μίσος και γνώρισε στην πράξη το αποικιοκρατικό κλίμα. Μπήκε οικότροφος σε θρησκευτικό σχολείο. Στα 14 της, πολιτικοποιήθηκε, εγκατέλειψε και το σπίτι και το σχολείο και άρχισε να εργάζεται για να ζήσει. Και μέσα σε λίγα χρόνια πρόλαβε να κάνει δύο γάμους και τρία παιδιά. Δεν δίστασε να τα αφήσει όλα πίσω της και να πάει από την Αφρική στο Λονδίνο, μόνο με το τρίτο παιδί, ένα μωρό στην αγκαλιά της. Μόλις είχε κλείσει τα 30.

Τότε ξεκίνησε και η παραγωγικότατη λογοτεχνική της πορεία με περισσότερα από 50 μυθιστορήματα. Το πρώτο της πόνημα ήταν για το φυλετικό μίσος με τίτλο «Τραγουδάει το χορτάρι».

Εκτοτε έγραφε και ζούσε με τόλμη, χωρίς να κλείνεται σε στεγανά, χωρίς να φοβάται να κάνει λάθος, να αναζητήσει την αλήθεια. Πέρασε από τον στρατευμένο κομμουνισμό, τον αποκήρυξε και ύστερα ασπάστηκε τον σουφισμό. Και μπόρεσε να δηλώσει δημόσια ότι ο φεμινισμός απέτυχε, αν και το βιβλίο της «Το χρυσό σημειωματάριο» είχε γίνει σχεδόν η βίβλος των χειραφετημένων γυναικών.

Αφήνει πίσω της πλουσιότατο έργο, το οποίο κατάφερε να πιάσει τα μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής της και να τα εξετάσει με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Πολλά από τα βιβλία της μεταφράστηκαν και στη γλώσσα μας. Η ίδια πίστευε ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να αλλάξει τόσο τους ανθρώπους όσο και την ίδια την κοινωνία. Βέβαια παρέμενε πραγματίστρια χωρίς ποτέ να χάνει την ελπίδα της: «Ελάχιστοι άνθρωποι νοιάζονται για την ελευθερία και την αλήθεια. Ελάχιστοι. Λίγοι άνθρωποι έχουν τα κότσια, αυτό το είδος του θάρρους από το οποίο πρέπει να εξαρτηθεί η πραγματική δημοκρατία. Και χωρίς άτομα με αυτά τα κότσια, μια ελεύθερη κοινωνία πεθαίνει ή δεν μπορεί καν να γεννηθεί», έλεγε…