ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στα ίχνη του συνθέτη Σπύρου Σαμάρα

Το πρώτο και σημαντικότερο γεγονός είναι ότι επιτέλους, έπειτα από διάφορες περιπέτειες και κοπιώδη πολυετή έρευνα, εκδόθηκε το βιβλίο του μουσικολόγου και μουσικοκριτικού Γιώργου Λεωτσάκου για τον Σπυρίδωνα Σαμάρα, συνθέτη πολυάριθμων λυρικών έργων ανάμεσα στα οποία η «Ρέα» και η «Θαυμαστή ανθώ». Μάλιστα, το πιθανότερο είναι ότι η καθυστέρηση αυτή – 17 ετών από την αρχικά προγραμματισμένη χρονολογία ολοκλήρωσης, ωφέλησε τελικά όλους, τόσο τον συγγραφέα και τη δουλειά του, όσο και όσους διαβάσουν το βιβλίο: Στα χρόνια που μεσολάβησαν το υλικό εμπλουτίστηκε, καθώς όλο και περισσότερες πηγές έγιναν προσβάσιμες, όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονταν στο φως, καθώς παράλληλα προχώρησε συνολικά η έρευνα τόσο του ίδιου του Λεωτσάκου όσο και νέων Ελλήνων μουσικολόγων γύρω από την ελληνική έντεχνη μουσική.

Το όνομα του Σπυρίδωνα Σαμάρα ηχεί σχετικά γνωστό, κυρίως χάρη στον «Υμνο των Ολυμπιακών Αγώνων», τον οποίο μελοποίησε με αφορμή τους πρώτους Ολυμπιακούς των νεότερων χρόνων το 1896 και ο οποίος ακούγεται μέχρι σήμερα κατά την τελετή έναρξης κάθε Ολυμπιάδας. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία για την προσωπικότητα του συνθέτη, για τις σπουδές αλλά και για τη σταδιοδρομία του είναι ιδιαίτερα ασαφή. Ποιοι ήταν οι πραγματικοί του γονείς, ποιοι οι πρώτοι του δάσκαλοι στη μουσική, ποιοι οι πραγματικοί λόγοι της επιστροφής του στην Ελλάδα, ενώ βρισκόταν στο απόγειο ευρωπαϊκής σταδιοδρομίας;

Η έρευνα οδήγησε τον Λεωτσάκο σε βιβλιοθήκες όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά επίσης στο Παρίσι, στη Φλωρεντία, στο Μιλάνο, στη Λιλ, και στη συγκέντρωση ανεκτίμητου υλικού σχετικά με τον συνθέτη, ο οποίος μεσουράνησε και δοξάστηκε στην Ιταλία την ίδια εποχή με τον Πουτσίνι.

Ανεκτίμητα τεκμήρια

Η «δοκιμή βιογραφίας» όπως χαρακτηρίζει ο συγγραφέας το βιβλίο του, εξιστορεί τα γεγονότα χρονολογικά. Ωστόσο, επιχειρώντας να εντάξει τον συνθέτη και το έργο του στο πλαίσιο της εποχής, ο Λεωτσάκος περιλαμβάνει επίσης στοιχεία για τη μουσική ζωή στα Επτάνησα πριν από τη γέννηση του Σαμάρα, αλλά και την παρουσία της όπερας στην Αθήνα κατά τον 19ο αιώνα. Στην αφήγηση παρεμβάλλονται επίσης αρκετές διαφωτιστικές, πολυσέλιδες ενότητες σχετικά με τη ζωή στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα, σχετικά με σημαντικούς Ελληνες μουσικούς στο Μιλάνο πριν από την έλευση του Σαμάρα, σχετικά με τα εκδοτικά κατεστημένα στην Ιταλία και αρκετά ακόμη ζητήματα, που πλαισιώνουν το κυρίως θέμα.

Ο Λεωτσάκος τεκμηριώνει και ερμηνεύει τόσο την εχθρότητα του ελληνικού κράτους συνολικά προς την έντεχνη μουσική όσο και συγκεκριμένα την υποβάθμιση της προσφοράς και της προσωπικότητας του Σαμάρα κυρίως μετά την οριστική επιστροφή του στην Ελλάδα το 1911. Το γνωστό πάθος τού συγγραφέα για τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται αποτυπώνεται και σε αυτό το βιβλίο μέσα από μία αφήγηση με πρωταγωνιστές «σατανικούς ρασοφόρους», «μεφιστοφελικούς προστάτες» και «ανερυθρίαστους» αντιγραφείς, που καθιστούν το κείμενο γλαφυρό, χωρίς να μειώνουν την αξία των τεκμηρίων.

Η έκδοση, που δυστυχώς δεν περιλαμβάνει καθόλου φωτογραφικό υλικό, συμπληρώνεται από κατάλογο έργων και χειρογράφων του Σαμάρα, όπως επίσης εκτενή δισκογραφία έργων του συνθέτη, την οποία έχει συντάξει ο γνωστός συλλέκτης Στάθης Α. Αρφάνης. Ιδιαίτερα χρήσιμα είναι η βιβλιογραφία, τα ευρετήρια, ενώ η περίληψη στα αγγλικά επιτρέπει και σε ξένους ερευνητές να αξιοποιήσουν το υλικό.

​​Γιώργος Λεωτσάκος, Σπύρος Σαμάρας (1861-1917).Ο μεγάλος αδικημένος της έντεχνης ελληνικής μουσικής. Δοκιμή βιογραφίας, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2013, σελ. 1.008