ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΑΝΤΗΧΗΣΕΙΣ

Οθεωρητικός της σύγχρονης τέχνης Μπόρις Γκρόις έλεγε ότι η σημερινή καλλιτεχνική δημιουργία χρειάζεται πλέον σκοτάδι, όχι φως, για να αναδειχθεί – υπονοώντας ότι η βίντεο αρτ έχει πλέον εκτοπίσει την παραδοσιακή ζωγραφική. Θυμήθηκα τα λόγια του τις προάλλες, στην Μπιενάλε του Βερολίνου: έπρεπε κυριολεκτικά να θυσιάσεις το ανοιξιάτικο φως και να χωθείς στις αποθήκες του ποταμού, στη γέφυρα Γιάνοβιτς. Εκεί πάλι παραφύλαγε η υγρασία, η υπόνοια μιας παραποτάμιας ιστορίας που χρειαζόταν όμως να την απαρνηθείς για χάρη των βιντεοπροβολών. Τα παράθυρα των αποθηκών σφαλιστά, το νερό να σχεδιάζει σκιές όπου έβρισκε λίγο φως και η τέχνη στο κέντρο της αίθουσας σκοτεινή και κλειστοφοβική.

Πράγματι, η σύγχρονη τέχνη χρειάζεται σκοτάδι. Και ψυχραιμία. Και υπομονή. Το έργο του Βέλγου Ντέιβιντ Κλερμπού (μια τεράστια προβολή φωτογραφίας στον τοίχο που απεικονίζει τον πατέρα να διαβάζει εφημερίδα και την κόρη δίπλα του, ακίνητη, στατική) αλλάζει συμπεριφορά, αν ο θεατής διαβεί ένα φωτοκύτταρο. Από φωτογραφία μετατρέπεται σε βίντεο: το κορίτσι στρέφεται σε αργή κίνηση και κοιτάζει τον θεατή, τον ανταμείβει που προσπάθησε να καταλάβει.

Τα διαδραστικά έργα τέχνης της τελευταίας δεκαετίας είναι η καλύτερη απάντηση στην αντίληψη ότι η τέχνη μολύνεται από την παγκοσμιοποίηση και πεθαίνει. Αρκεί ένα έργο, μια λαμπρή στιγμή στις σκοτεινές αίθουσες που περιγράφει ο Γκρόις, για να ξαναβγεις στον ήλιο με αισιοδοξία. Η Μπιενάλε του Βερολίνου δεν ήταν σπουδαία – αλλά πότε ήταν σπουδαίες, στο σύνολό τους, τέτοιες διοργανώσεις; Αρκούν πέντε έργα με σημασία, πέντε έργα που να υποκινούν σκέψεις.

Μερικές από τις σημαντικές στιγμές της έκθεσης: Οι μικροί Τουαρέγκ της Ινδονήσιας Φιόνα Ταν που μαλλιοτραβιούνται μπροστά στον φακό, μέχρι να τους τραβήξει η καλλιτέχνις μια φωτογραφία. Το «Νηπιαγωγείο» των Μουντάν και Ρόζεμπλουν, μια αίθουσα με κίτρινα και κόκκινα έπιπλα και γλυκερή μουσική ή, σωστότερα, μια κατάδυση στην παιδική ηλικία με ήχο, χρώμα και λεκτικές περιγραφές: «Πολύ νωρίς συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν θα σε απομακρύνει από τον εαυτό σου». Ο εξαιρετικός Αλβανός Ανρί Σαλά με τη βιντεομαγειρική των σπιτικών Μπουρέκ – άλλη κατάδυση αυτή, στις γεύσεις του σπιτιού, της γιαγιάς, μαζί με την πολύτιμη γνώση ότι ο κόσμος αλλάζει.

Ενας Ταϊλανδός καλλιτέχνης με δυσκολοπρόφερτο όνομα έστησε σε μια αίθουσα του Kunst Werke ένα ινστιτούτο μασάζ, απλώνοντας εδώ κι εκεί πολύχρωμα στρώματα, φοίνικες και περιοδικά. Οι νεαροί επισκέπτες ξάπλωναν στα κρεβάτια αυθόρμητα και ξεφύλλιζαν το Ι-D και άλλα έντυπα του είδους χωρίς να ξέρουν ότι οι ίδιοι, άθελά τους, μεταμορφώνονταν σε έργο: υπέροχα κορίτσια και αγόρια γύρω στα είκοσι, πολύ ψηλά, πολύ αδύνατα, πολύ αδιάφορα για οτιδήποτε δεν βρίσκεται σε σελίδες περιοδικών. Το έργο ονομάζεται «Happy Berlin». Σοφός τίτλος με κοινωνιολογικές προεκτάσεις που τον αισθανόσουν σε όλο τους το εύρος, όταν ξανάβγαινες στους δρόμους του Ανατολικού Βερολίνου, όπου η ιστορία παραχώνεται εξακολουθητικά κάτω από νέες προσόψεις, πιο μοντέρνες, σχεδόν ομονοούσες. Οι διαφωνίες κρύβονται και ξεχνιούνται κάτω από καλοφωτισμένες μαρκίζες εστιατορίων. Είναι καλό αυτό; Είναι κακό; Ο Ταϊλανδός δείχνει να καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όλους μας τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Βερολίνο.

Σ’ ένα υπόγειο πάλι, χωρίς φως, προβάλλεται η ταινία «Ρόζα» του Κρίστιαν Ζανκόφσκι. Μια ωραία αλληγορική ταινία: ταχυδακτυλουργός μεταμορφώνει ένα κορίτσι σε περιστέρι. Ο φίλος της παρακολουθεί από μακριά την παράσταση και στο τέλος πλησιάζει τον ταχυδακτυλουργό και τον ρωτάει πού είναι το κορίτσι. «Οσο διαρκεί η έκθεση θα είναι μεταμορφωμένη σε περιστέρι», λέει ο ταχυδακτυλουργός και τότε πλησιάζει ο γκαλερίστας -ο αρμόδιος ενδιάμεσος- και λέει πως έχουν υπογραφεί συμβόλαια και πως είναι αδιανόητη η διαπραγμάτευση. Το κορίτσι θα παραμείνει περιστέρι. Η άρση της πραγματικής ζωής για χάρη της τέχνης κάνει τους θεατές του βίντεο να πεθαίνουν από τα γέλια αλλά ουσιαστικά παρακολουθούν μια γκροτέσκα μίμηση καλλιτεχνικής πράξης.

Αν λοιπόν μια Μπιενάλε είναι εργαστήριο παρατήρησης της σύγχρονης ζωής και ευκαιρία για παραγωγή νοήματος, το Βερολίνο πρόσφατα και η Βενετία συντόμως, μάς εγκλωβίζουν σε ένα σύστημα ερωτήσεων που, ευτυχώς για την τέχνη, δεν προσφέρουν οριστική απάντηση, αλλά άπειρα «ενδεχομένως».