ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

Πριν από δύο ημέρες είχα αναλάβει να παρασκευάσω μια συνδιάλεξη με το κοινό μιας ιδιόμορφης εικαστικής έκθεσης, σε κεντρική γκαλερί, με φόντο τα έργα και τα σπλάχνα τεσσάρων εργαστηρίων. Είχα ορίσει ένα θέμα, μάλλον μια αφορμή: «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη» – που θα επέτρεπε να συζητηθεί οτιδήποτε, γύρω από όσα συμβαίνουν σε έναν χώρο τέχνης.

Το διάβημα υπό αυτούς τους όρους ήταν ήδη ριψοκίνδυνο. Λίγο αργότερα έγινε επικίνδυνο, όταν συμφωνήθηκε η ομιλία-συνδιάλεξη να τελεσθεί ταυτόχρονα, οργανικά δεμένη, με τη σιωπηλή περφόρμανς της καλλιτέχνιδος Λήδας Παπακωνσταντίνου.

Ξαφνικά, βρέθηκα στα βαθιά, στα άπατα από το κείμενο, στη χειρονομία από την κρίση, στην αυτοέκθεση από την παρατήρηση, στην εμπάθεια από το βλέμμα, στη συναισθησία. Ηταν όμως προκλητικό πολύ περισσότερο που η περφόρμανς της έμπειρης ζωγράφου θα ήταν εξόχως εύγλωττο σχόλιο σε ό,τι είχα σκεφτεί να θίξω: σιωπηλή θα ένωνε το κοινό και τον ομιλητή με χρυσοκλωστή, από τον ένα στον άλλο, κι ο καθείς θα αποφάσιζε αν θα κρατούσε το δεσμό ή θα τον έκοβε.

Είχα σκεφτεί να μιλήσω για το πού βρίσκεται η τέχνη σήμερα, με ποιους συνομιλεί, σε ποιους απευθύνεται, υπό ποίους όρους. Εχω μπουχτίσει να ακούω μαϊμουδίσματα: η τέχνη ενώνει, παγκοσμιοποιεί, νοικοκυρεύει – κυρίως το απατηλό, ρηχό κλισέ «η τέχνη είναι επικοινωνία». Οχι, η τέχνη δεν είναι επικοινωνία. Επικοινωνία σήμερα είναι τα δελτία ειδήσεων, οι διαφημίσεις, τα βίντεο-κλιπ, τα δελτία Τύπου, οι εταιρικές χορηγίες, οι παρουσιάσεις βίντεο προτζέκτορ, οι ποζάτες συνεντεύξεις, τα γεύματα δημοσίων σχέσεων, τα ιβέντς και τα γκαλά. Η τέχνη δεν βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα ευγενή ιβέντς, δεν είναι μία ακόμη μυϊκή σύσπαση του turbo-capitalism των καιρών.

Τι είναι τέχνη; Δεν ξέρω, δηλαδή δεν μπορώ να το διατυπώσω με δικά μου λόγια, χωρίς προσφυγή στον λαβύρινθο της βιβλιογραφίας. Μπορώ όμως να πω τι δεν είναι, κι έτσι, αποφατικά, να φτάσουμε στην επιδιωκόμενη ουσία.

Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι η τέχνη δεν είναι επικοινωνία είναι κοινωνία. Δεν είναι μεταφορά μηνύματος, είναι μετοχή του ίδιου του σώματος του μηνύματος. Δεν είναι ανταλλαγή μηνυμάτων, είναι σχέση προσώπων.

Η μετατόπιση από την επικοινωνία (communication) στην κοινωνία (communion) δεν είναι απλώς αφαίρεση μιας προθέσεως από το επίμαχο ουσιαστικό. Είναι νοηματική και υπαρκτική μετατόπιση του δρώντος υποκειμένου, του ανθρώπου, ως προς το αντικείμενο της δράσης του. Κοινωνία είναι ευχαριστία, είναι συμμετοχή στη ζωή μιας πάλλουσας κοινότητας προσώπων, που συνομιλούν, συνυπάρχουν, συναισθάνονται, συμπορεύονται, συγκρούονται, συνθέτουν νέες μορφές.

Από την τέχνη σήμερα λείπει πρωτίστως αυτό το στοιχείο: η κοινωνία των προσερχομένων, η ευχαριστιακή ζωή. Κανείς δεν πιστεύει το βλέμμα του, δεν ακούει τις αισθήσεις του, δεν συμπαθεί κοιτάμε την επιδερμίδα ενός αντικειμένου αποσπασμένου από οποιαδήποτε ζωτική σύμφραση, από οτιδήποτε μάς αφορά. Κανείς δεν πιστεύει ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τη ζωή του κανείς δεν πιστεύει ότι η ζωή (η καθημερινή ζωή) μπορεί να περπατήσει χέρι-χέρι, αδιαχώριστα, με την τέχνη όλοι πιστεύουμε ότι έχουν πάρει διαζύγιο, από πολύ παλιά.

Η τέχνη είναι υψηλή, ιδανική, άπιαστη η ζωή είναι μικρομεσαία, χαμηλόφρων, μαζική – όλοι ζούμε εντός αυτού του θεμελιώδους διαχωρισμού, που μας σχίζει και μας συνθλίβει. Κι όλοι διαμαρτυρόμαστε που δεν «καταλαβαίνουμε» τα έργα σύγχρονης τέχνης, που είναι στρυφνά ή εξυπνακίστικα, κρυπτικά ή αφόρητα περιγραφικά, ξεδιάντροπα διακοσμητικά ή αλαζονικά ενδοστρεφή. Κι όλοι όμως ζούμε μέσα σε μια πλησμονή τέχνης, μυριάδες εικόνες και αντικείμενα μας πλημμυρίζουν από παντού πετούν γύρω μας και δεν τα προσέχουμε.

Αντιλαμβάνομαι ότι η έννοια της κοινωνίας, της ευχαριστίας, οδηγεί αναπόφευκτα σε θεολογικούς συνειρμούς: στη μετάληψη των θείων δώρων, στα άχραντα μυστήρια. Μα ναι, γιατί να μην αντιληφθούμε τη σύντηξη ζωής και τέχνης σαν άχραντο μυστήριο; Αυτή η σύντηξη είναι ο απολεσθείς παράδεισος του ρομαντισμού, αυτό ήταν το αίτημα του ριζοσπαστικού μοντερνισμού, αυτό είναι πάντα το αίτημα της τέχνης: να μεταβούμε από το άμορφο χάος, το tohu bohu της Γενέσεως, στην έμμορφη ροή της ζωής, στο «καλώς λίαν» του κόσμου.

– Ας επανέλθουμε στην «Πυραμίδα 67». Πώς έγινε δεκτή από την κριτική;