ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εξι τριαντάρηδες ζητούν αναγνώστες

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι εφημερίδες και τα περιοδικά αφιέρωναν με δυσκολία μέρος της ύλης τους στους πρωτοεμφανιζόμενους πεζογράφους. Τον τελευταίο καιρό όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το 1997 το περιοδικό «Διαβάζω» πρόσθεσε στα ήδη θεσμοθετημένα Λογοτεχνικά Βραβεία του, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου, για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το 2000 ακολούθησε το Βραβείο «Τζιμ Ουίλσον», συνοδευόμενο από το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 700.000 δρχ. (το απέσπασε η Δήμητρα Κολλιάκου με το μυθιστόρημα «Το Μαγείο»), το οποίο, δυστυχώς, αποσύρθηκε στη συνέχεια από την Κάτια Αντωνοπούλου που το είχε θεσπίσει αρχικά. Παράλληλα, οι εκδοτικοί οίκοι αρχίζουν σιγά σιγά να διαθέτουν «χώρους υποδοχής» για τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς (ο εκδοτικός οίκος «Ωκεανίδα» εγκαινίασε πρόσφατα μια σειρά πρωτεομφανιζόμενων πεζογράφων). Επιπλέον, τα νέα ονόματα που εμφανίζονται κάθε τόσο τυγχάνουν ευνοϊκής υποδοχής από τον Τύπο. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που δεν γράφτηκαν μόνο θετικά σχόλια για κάποιο βιβλίο, αφιερώθηκε αρκετός χώρος στην παρουσίασή του, όπως στην περίπτωση της Αλέκας Λάσκου με το μυθιστόρημα «Χάρντκορ» (Ωκεανίδα).

Χαρακτηριστικά πρόσφατα παραδείγματα συγγραφέων που έκαναν με επιτυχία τα πρώτα τους βήματα είναι η Νίκη Αναστασέα, ο Δημήτρης Μίγγας, η Αθανασία Δρακοπούλου, ενώ από τις νεότερες γενιές έχουν ξεχωρίσει ο Γιάννης Καισαρίδης, ο Σπύρος Καρυδάκης, η Σοφία Νικολαΐδου, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Κώστας Κατσουλάρης, ο Δημήτρης Στεφανάκης, η Αντζελα Δημητρακάκη, ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, ο Θανάσης Χειμωνάς, η Μάρα Σέη κ.ά., αρκετοί από τους οποίους έχουν ήδη εκδώσει και δεύτερο βιβλίο (ο Χ. Χρυσόπουλος έχει ήδη φτάσει τα τέσσερα και ο K. Κατσουλάρης τα τρία!).

Μήπως αυτό σημαίνει ότι η σημερινή εποχή είναι ιδανική για έναν νέο με λογοτεχνικές φιλοδοξίες; Οχι ακριβώς κάτω από την επιβολή της εικόνας σε βάρος του λόγου, την κυριαρχία του «λάιφ-στάιλ», της εγχώριας αλλά και ξένης ποπ κουλτούρας που πολλές φορές υπακούει στο ισοπεδωτικό «anything goes», κάτω από την επιδίωξη του μπεστ-σέλερ που φαίνεται να έχει γίνει αυτοσκοπός, δεν είναι και τόσο εύκολο να αναπτύξει κανείς ένα λογοτεχνικό ύφος κάποιων απαιτήσεων. Κυρίως όμως, μέσα στην πληθώρα των τίτλων δεν είναι λίγα τα καλά βιβλία που θάβονται κάτω από το σωρό σε αυτό ευθύνονται και μερικοί από τους ίδιους τους συγγραφείς (παλιούς και νέους) οι οποίοι, μετά την απρόσμενη επιτυχία του «Ιούδα», εκδίδουν το ένα βιβλίο μετά το άλλο, επιζητώντας την εύκολη επιτυχία: να γίνουν Μάιρα στη θέση της Μάιρας.

Επίσης, μπορεί σήμερα οι νέοι πεζογράφοι να έχουν σαφώς πιο εύκολη πρόσβαση στον εκδοτικό χώρο και στα μέσα ενημέρωσης, σε σχέση με εκείνη που είχαν συγγραφείς που εμφανίστηκαν, ας πούμε, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, (ουσιαστικά, με τη γενιά του ’80 αρχίζει να αποκτά η ελληνική πεζογραφία κάποια δημοσιότητα, με ό,τι καλό ή κακό αυτό συνεπιφέρει), ωστόσο, οι σημερινοί πρωτοεμφανιζόμενοι (αλλά και οι βετεράνοι) έχουν να αναμετρηθούν σε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό πεδίο.

Η «K» επιλέγει μερικά από τα βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων που κυκλοφόρησαν μέσα στη διετία 1999-2000, και παρουσιάζει, κυρίως όμως κρίνει, έξι νέους συγγραφείς, νέους όχι μόνον λογοτεχνικά αλλά και ηλικιακά. Επικεντρώσαμε την προσοχή μας σε όσους είτε πλησιάζουν είτε έχουν «πατήσει» τα τριάντα και που έχουν εκδώσει ένα μόνον βιβλίο.

Απαραίτητη διευκρίνιση: τα ονόματα στα οποία αναφερόμαστε σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι συνθέτουν τη «λίστα των έξι καλύτερων». Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι πρόκειται για πεζογράφους με αξιώσεις.

Βασιλική Κάππα

Ντεμπούτο γαστριμαργικό

Εγκώμιον γαστριμαργίας. Αυτός θα μπορούσε να ήταν ο υπότιτλος του μυθιστορήματος της Βασιλικής Κάππα που φέρει τον ενδιαφέροντα τίτλο «Η δίαιτα της ύαινας» («Καστανιώτης», σελ. 302), αν στην πορεία της ανάγνωσης δεν γινόταν φανερό ότι η γαστριμαργία μπορεί να γίνει διαστροφή ή, από την άλλη, ένας τρόπος να ξεπεράσει κανείς τα όριά του.

Η «Δίαιτα της ύαινας» είναι ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα, τόσο ως προς τη θεματική του, κυρίως όμως, ως προς τη γραφή του.

Εκτός από το ότι σπάνια δίνει την αίσθηση του πρωτόλειου κειμένου, εκτός από τη ροϊκότητα της αφήγησης, η «Δίαιτα» αποτελεί ένα σύνθετο εγχείρημα, ειδικά για πρώτο βιβλίο.

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται το φαγητό, η γαστριμαργία ως εμμονή, ως τέχνη, ως τελετουργία, ως στοιχείο πολιτισμού αλλά και βαρβαρότητας, ως θέαμα, ως έρωτας και ως θάνατος. Η Β. Κάππα δημιουργεί ένα εξωφρενικό και την ίδια στιγμή πολύ καθημερινό μυθοπλαστικό σύμπαν που αποτελείται από μία ομάδα βουλιμικών, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να τρώνε μέχρι τελικής πτώσεως. Ολα αυτά θυμίζουν λίγο «Μεγάλο φαγοπότι».

Στο μοναδικό στοιχείο που η συγγραφέας μας απογοητεύει κάπως είναι στην έκταση του βιβλίου: τριακόσιες σελίδες είναι ένα μάλλον βαρύ φορτίο για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο.

Το κακό όμως είναι μικρό με τη «Δίαιτα της ύαινας» η Β. Κάππα αποδεικνύεται συγγραφέας με ταλέντο αλλά και παιδεία.

Δήμητρα Κολλιάκου Με πολλούς επαίνους

Η Δήμητρα Κολλιάκου (γενν. το 1968) εμφανίστηκε με το μυθιστόρημα «Το Μαγείο» («Εστία», σελ. 392) τυγχάνοντας θερμής υποδοχής από την κριτική -το όνομά της φιγουράρησε στην «τελική λίστα» ενός από τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ απέσπασε το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του διαγωνισμού «Τζιμ Ουίλσον».

Το «Μαγείο» αφορά στη συναρπαστική όσο και επίπονη διαδικασία του απογαλακτισμού από οικογενειακά, εφηβικά συμπλέγματα και από αυταπάτες της νιότης, μιας νέας κοπέλας, της Μαρίνας.

Η Μαρίνα σπουδάζει στο Εδιμβούργο όπου και γνωρίζεται με τον Σαρόν από το Ισραήλ. Η σχέση της μαζί του και οι θάνατοι (από καρκίνο) της μητέρας της και της αγαπημένης της θείας, οδηγούν τη Μαρίνα μακριά από την προηγούμενη ζωή της.

Είναι φανερό ότι με το πρώτο της βιβλίο η Δ. Κολλιάκου, καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νιούκασλ, ξεκαθαρίζει με τα φαντάσματα της πρώτης της νιότης. Ωστόσο, σε αυτό το καθ’ όλα ρεαλιστικό σκηνικό παρεμβάλλεται μία ενότητα όπου κυριαρχεί μία ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού, με την ευρεία έννοια. Η «ονειροφαντασία» αυτή στο μυθιστόρημα αποτέλεσε και τη μοναδική, ουσιαστικά, αφορμή για δικαιολογημένες ενστάσεις από την κριτική.

Κατά τα άλλα, η Δ. Κολλιάκου δικαίως επαινέθηκε για τη σφιχτή, ακριβή και λεπτοδουλεμένη γλώσσα της. Ξέρει να γράφει με λέξεις και όχι με εικόνες.

Παντελής Κοντογιάννης Διηγήματα με παράδοξα

Με μία συλλογή διηγημάτων, τους «Συνεπιβάτες» («Καστανιώτης», σελ. 168), εμφανίζεται ο Παντελής Κοντογιάννης (γενν. το 1972). Ενα βιβλίο που απαρτίζεται από σύντομα πεζά, που δεν ξεπερνούν τις τρεις ή τέσσερις σελίδες, τα οποία συνδέει μία ατμόσφαιρα παραλόγου, η λεπτή ειρωνεία, το στοιχείο του παράδοξου κι ένα υποχθόνιο χιούμορ με εφιαλτικά στοιχεία. Οι ιστορίες του Π. Κοντογιάννη αποτυπώνουν έναν κόσμο που βρίσκεται σε σύγχυση. Σχεδόν όλοι του οι ήρωες μοιάζουν να έχουν υποστεί σοκ, τελούν υπό ένα καθεστώς πανικού. Είναι διάχυτος ο φόβος της εισβολής του εξωτερικού κόσμου στο ιδιωτικό, προσωπικό, εσωτερικό πεδίο του ατόμου, το οποίο φαίνεται να βάλλεται διαρκώς κι από παντού. Ο Π. Κοντογιάννης δεν διστάζει να καταφεύγει σε αναφορές σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά κείμενα και συγγραφείς. Οι αφιερώσεις ορισμένων διηγημάτων σε φημισμένους συγγραφείς αλλά και στον ευαίσθητο, μελαγχολικό, ηττοπαθή Τσάρλι Μπράουν, υποδηλώνουν όχι μόνον λογοτεχνικές επιρροές αλλά και μια διάθεση ειρωνείας αλλά και τρυφερότητας.

Η πλέον έκδηλη αδυναμία των διηγημάτων αυτών είναι ότι μερικές φορές πρόκειται για, καλοστημένες κατά τα άλλα, ασκήσεις ύφους. Ισως ο Π. Κοντογιάννης να βρίσκεται ακόμα στη σκιά των λογοτεχνικών ειδώλων του.

Από εκεί και πέρα, όμως, ο Π. Κοντογιάννης «παίζει» με άνεση σε διάφορα υφολογικά επίπεδα. Από διήγημα σε διήγημα δοκιμάζει διαφορετικές τεχνικές, ο ρυθμός του ποικίλλει, αποφεύγει τις φλυαρίες επιμένοντας στην ουσία.

Φανή Παπαγεωργίου Εμφυτη αφηγηματική φλέβα

Η Φανή Παπαγεωργίου (γενν. το 1975) πρωτεμφανίζεται με μία νουβέλα, «Το μηδέν και το ένα» («Καστανιώτης», σελ. 97): πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας η οποία, έχοντας χάσει τους γονείς της, μεγαλώνει με την γκουβερνάντα της στη Φιλοθέη. Η ανήσυχη, μελαγχολική ηρωίδα της Φ. Παπαγεωργίου είναι τυπική εκπρόσωπος μιας γενιάς που προσπαθεί να ανακαλύψει το πρόσωπό της βυθισμένη στα αυστηρώς προσωπικά, ιδιωτικά προβλήματα του μικρόκοσμού της. Η νεαρή ηρωίδα γνωρίζει ότι μεγαλώνει μέσα σε ένα «θερμοκήπιο», υπερπροστατευμένη και γι’ αυτό ευάλωτη (δεν είναι τυχαίο ότι υποφέρει από νευρική ανορεξία). Η τελική ανατροπή στην πλοκή αποτελεί μάλλον παραφωνία σε αυτό το σύντομο αλλά πυκνό κείμενο η συγγραφέας μοιάζει να αισθάνεται ότι χρωστάει στον αναγνώστη μία θεαματική εξέλιξη, φοβούμενη ίσως τον έντονα εξομολογητικό, εσωτερικό χαρακτήρα των προηγούμενων σελίδων (που είναι όμως το μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου).

Κρίνοντας από αυτό το πρώτο δείγμα, δύο είναι τα βασικά συμπεράσματα: η Φ. Παπαγεωργίου έχει μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αίσθηση αφηγηματικής οικονομίας, πράγμα σπάνιο για νέο πεζογράφο που συνήθως θέλει να «τα πει όλα». Κατά δεύτερον, η σχεδόν απόλυτη έλλειψη εξωτερικής δράσης και η απουσία εύκολων λυρισμών. Η Φ. Παπαγεωργίου ξέρει να ζυγίζει κάθε της φράση, ο λόγος της είναι μετρημένος, ενώ διαθέτει μια έμφυτη αφηγηματική φλέβα, την οποία εμπλουτίζει αντλώντας όχι μόνον από τον χώρο της λογοτεχνίας αλλά και από τα μαθηματικά.

Βασίλης Αργυρόπουλος Από το θέατρο και τα βραβεία στην πρόζα

Το μυθιστόρημα «Το τραγούδι του Ντάνιελ» («Εστία», σελ. 236) του Βασίλη Αργυρόπουλου (γενν. το 1969) αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση «κειμένου ενηλικίωσης»: ένας μοναχικός κι ευαίσθητος νέος, ο οποίος είναι και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά του στην Κηφισιά, όπου γνωρίζεται με έναν μεγαλύτερό του Πολωνό μετανάστη ονόματι Ντάνιελ (που έχει όμως ελληνικό αίμα στις φλέβες του).

Ο Ντάνιελ γίνεται το alter ego, ο εξομολογητής, τρόπον τινά, του Αλκη, ο οποίος, καθώς μεγαλώνει αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιεί ότι ένα αίσθημα λύπης και απώλειας τρυπώνει στην καρδιά του και γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του ψυχισμού του.

Κάτω από το φορτίο μιας δύσκολης οικογενειακής ζωής, και καθώς ο Ντάνιελ οδηγείται προς την προσωπική του τραγωδία, ο Αλκης συνειδητοποιεί ακόμα ότι ο πόνος δεν είναι κάτι που υπάρχει μόνον μέσα του, αλλά είναι διάχυτος στη ζωή την ίδια. Αυτή είναι και η κάθαρση του νεαρού Αλκη, η εσωτερική του αναγέννηση.

Ο Β. Αργυρόπουλος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του πριν από τον «Ντάνιελ» ως θεατρικός συγγραφέας (αποσπώντας μάλιστα και δύο βραβεία). Ωστόσο, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι τίποτα από το ύφος, την αφήγηση και τη δομή του μυθιστορήματος δεν μαρτυρεί τις θεατρικές καταβολές του.

Πρόκειται για ατόφιο μυθιστόρημα γραμμένο σε μία γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη, συμπαγές ως προς τη φόρμα του και με στιγμές έντονης δραματικής κορύφωσης.

Ωστόσο, απουσιάζει το χιούμορ, όχι με την έννοια της κωμωδίας αλλά με την έννοια της αποστασιοποίησης, της απομυθοποίησης.

Μερικές φορές έχει κανείς την αίσθηση ότι ο συγγραφέας μιλάει από καθέδρας, ότι αποφεύγει να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια του, υποπίπτοντας σε «αγιογραφίες» και μελοδραματισμούς.

Παρά τις όποιες αδυναμίες πάντως, με το απαιτητικό αυτό μυθιστόρημα ο Β. Αργυρόπουλος στοχεύει ψηλά (άξιζε σίγουρα περισσότερης προσοχής από την κριτική) και η εξέλιξή του αναμένεται με ενδιαφέρον.

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης Καταβύθιση στην εσωτερική πλευρά του μύθου

Το μυθιστόρημα «Οι τέσσερις τοίχοι» («Ροδακιό», σελ. 268) του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (γενν. το 1967) διαδραματίζεται μακριά από το άστυ, σε κάποιο ελληνικό νησί που δεν κατονομάζεται. Σε ένα απομακρυσμένο σπίτι ζει ο κεντρικός ήρωας, ο Ροδακής, ο πατέρας του οποίου ήταν ένας αλαφροΐσκιωτος, κι απ’ ότι φαίνεται ο Ροδακής κουβαλάει κάτι απ’ το πατρικό κουσούρι. Μυστικοπαθής και κρυψίνους, ο ήρωας του Β. Χατζηγιαννίδη παρουσιάζει μια αλλόκοτη, αλλά όχι βίαιη, συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται ακόμα πιο έντονα όταν έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, το οποίο και υιοθετεί. Το παιδί ανήκει σε μία εξίσου αινιγματική γυναίκα, τη Βάγια, με αμαρτωλό παρελθόν (η προσωπική της ιστορία απηχεί ελαφρώς την «Παράνομη αγάπη» του Θεοτόκη), η οποία βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Ροδακή. Ενώνοντας τα μυστικά τους, παραμένοντας όμως την ίδια στιγμή περιχαρακωμένοι στον προσωπικό τους κόσμο, ο Ροδακής και η Βάγια συνθέτουν ένα πολύ ενδιαφέρον δίδυμο λογοτεχνικών χαρακτήρων, το οποίο είναι και το δόλωμα που ρίχνει ο συγγραφέας για να «τσιμπήσει» ο αναγνώστης -και το κατορθώνει. Η αξία του μυθιστορήματος έγκειται κυρίως στα υπόρρητα συμπλέγματα που υφέρπουν μεταξύ των δύο, αρχικά, χαρακτήρων και στη συνέχεια ανάμεσα στον Ροδακή και τη θετή του κόρη. Το μυθιστόρημα του Β. Χατζηγιαννίδη διαρθρώνεται σε τρία μέρη από τα οποία το πρώτο είναι μακράν το κορυφαίο. Αυτό οφείλεται στην εσωτερικότητα που το διακρίνει. Δεν έχουμε, με άλλα λόγια, μια απλή παράθεση συμβάντων και σκηνών, ανταλλαγή διαλόγων κ.λπ. αλλά μία καταβύθιση στην εσωτερική πλευρά του μύθου που πλάθεται, με χαρακτηριστική μάλιστα μαεστρία, αλλά και στις εσωτερικές ζωές των τριών κεντρικών χαρακτήρων. Αυτές οι ικανότητες τις οποίες επιδεικνύει στο πρώτο μέρος ο συγγραφέας απουσιάζουν εν πολλοίς από τα άλλα δύο καθώς το βάρος πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στην πλοκή, κάτι που δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, ωστόσο δεν είναι ό,τι πιο συναρπαστικό έχουμε διαβάσει τελευταία. Οπως και να ‘χει, οι «Τέσσερις τοίχοι» είναι ένα μικρό επίτευγμα είναι τόσο σημαντικά αυτά που καταφέρνει ο Β. Χατζηγιαννίδης, που οι όποιες αδυναμίες, πλατειασμοί κ.τ.λ. δεν αρκούν για να κάνουν το μεγάλο κακό.

Μερικές σκέψεις αναγκαίες και αρκετά ελπιδοφόρες

Ισως είναι πολύ πρόωρο να καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα, αφού αναφερόμαστε σε συγγραφείς που ακόμα πλάθονται και που έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους. Ωστόσο, μερικές σκέψεις ίσως είναι αναγκαίες.

Πρώτον, πέρα από το ότι οι «έξι» στους οποίους αναφερθήκαμε ανήκουν στην ίδια γενιά, τους φέρνει κοντά κάτι πιο σημαντικό: η, σε γενικές γραμμές, προσεγμένη γλώσσα. Η παρατήρηση αυτή έχει ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι οι έξι νέοι αυτοί πεζογράφοι είναι ουσιαστικά «εκπρόσωποι» μιας γενιάς που, κατά τεκμήριο, η γλώσσα είναι το αδύνατό της σημείο.

Δεύτερον, οι συγγραφείς στους οποίους αναφερθήκαμε δείχνουν να διαθέτουν ανεπτυγμένο ένστικτο σε ό,τι αφορά την αφηγηματική ροή. Είτε πρόκειται για καλοστημένη πλοκή (όπως, για παράδειγμα, στα διηγήματα του Π. Κοντογιάννη ή στη «Δίαιτα της ύαινας» της Β. Κάππα) είτε για δράση πιο εσωτερική (όπως, για παράδειγμα, στο «Μαγείο» της Δ. Κολλιάκου ή στο «Μηδέν και το ένα» της Φ. Παπαγεωργίου -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πλοκή αναιρεί την εσωτερικότητα και το αντίστροφο), η ανάγνωση και των έξι αυτών βιβλίων κυλά απρόσκοπτα.

Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για πεζογράφους που «ανδρώθηκαν» σε μια εποχή που ο κινηματογράφος -ειδικά ο αμερικανικός- διαμορφώνει αισθητική. Ωστόσο, δεν φαίνονται να έχουν επηρεαστεί απ’ ευθείας από το σινεμά η ανάγνωση και το προσωπικό βίωμα φαίνεται να ήταν τα δύο βασικά συστατικά της πρώτης ύλης για τα βιβλία τους.

Τρίτον, το ζήτημα της δομής. Εάν το πρώτο εργαλείο είναι η γλώσσα και αμέσως μετά έπεται η αφηγηματική τεχνική, υπάρχει ένα ακόμα μεγάλο θέμα στην υπόθεση της λογοτεχνίας κι αυτό είναι η μορφή μιας ιστορίας.

Οπως έχουν δείξει όλοι οι κορυφαίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα και κυρίως αυτοί που έχουν χαρακτηριστεί μεταμοντέρνοι, δεν είναι δυνατόν πλέον ένας συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του να μην πειραματίζεται διαρκώς πάνω στη μορφή. Συνήθως ένα καλά δομημένο βιβλίο είναι περισσότερο ζήτημα πείρας, ωριμότητας και λιγότερο ενστίκτου. Θα αδικούσαμε τους έξι νέους Ελληνες συγγραφείς αν είχαμε υπερβολικές απαιτήσεις στον τομέα αυτό. Παρ’ όλα αυτά, είναι θετικό ότι σε γενικές γραμμές δείχνουν όλοι τους υποψιασμένοι (ειδικότερα ο Β. Χατζηγιαννίδης, ο Π. Κοντογιάννης, η Φ. Παπαγεωργίου και, κυρίως, η Δ. Κολλιάκου).

Τέλος, η σχέση των έξι πεζογράφων που παρουσιάσαμε με την Ιστορία, με την ευρεία έννοια, είναι μάλλον ιδιότυπη, κάποτε και αμήχανη. Και πάλι, τίθεται το ζήτημα μιας ολόκληρης γενιάς: μιας γενιάς υπερπροστατευμένης, που φαίνεται αναλώσιμη μέσα στον μικρόκοσμό της, μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια του περίφημου «τέλους της Ιστορίας». Γι’ αυτό και συχνά οι μύθοι της περιορίζονται μέσα στο ιδιωτικό όραμα, αποκομμένοι από μια ευρύτερη προοπτική. Μια κάποια αίσθηση ιστορικότητας αναδύεται από τον «Ντάνιελ» του Β. Αργυρόπουλου, από ορισμένα διηγήματα του Π. Κοντογιάννη (όπως στο πολύ καλό «Εξοδος») και σε μικρότερο βαθμό από τα βιβλία των τεσσάρων υπολοίπων. Πάντως, αυτό το στοιχείο των «ασήμαντων» προβλημάτων του μικρόκοσμου ενός ατόμου που δεν βίωσε κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία, οικονομική ανέχεια κ.τ.λ. έχει συχνά αποτελέσει βασικό επιχείρημα (ή απλώς, μία ακόμα «καραμέλα») όσων θεωρούν ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν τίποτα να εκφράσουν.

Σε κάθε περίπτωση, οι έξι συγγραφείς που παρουσιάσαμε έχουν την ικανότητα να αρθρώσουν τον δικό τους λόγο, ενώ οι. Β. Κάππα, Π. Κοντογιάννης, Φ. Παπαγεωργίου και Β. Χατζηγιαννίδης, των οποίων τα βιβλία κυκλοφόρησαν μέσα στο 2000, θέτουν, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, ισχυρή υποψηφιότητα για το επόμενο Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του «Διαβάζω».

Φυσικά, ο χρόνος είναι ο μόνος κριτής. Θα χρειαστεί να κυλήσει πράγματι αρκετός για να αποδειχθεί ποιοι από τους νέους πεζογράφους στους οποίους αναφερθήκαμε, αλλά και από εκείνους οι οποίοι δεν συμπεριελήφθησαν εδώ, θα ανταποκριθούν στις προσδοκίες που οι ίδιοι δημιούργησαν.