ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Παλαιοχριστιανικά ταφικά μνημεία

Στη Δυτική Ευρώπη η συστηματική μελέτη των παλαιοχριστιανικών ταφικών μνημείων έχει αρχίσει πολύ νωρίς και η σχετική βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα πλούσια. Στην Ελλάδα οι αναφορές στα ταφικά χριστιανικά μνημεία ήταν περιστασιακές και δεν αφορούσαν τη συστηματική διερεύνηση του συνόλου του προβλήματος. Πρόκειται κυρίως για σύντομες ανασκαφικές εκθέσεις που δημοσιεύτηκαν στα ειδικά αρχαιολογικά περιοδικά (Αρχαιολογικό Δελτίο και Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας), τα οποία αποσκοπούν σε μια πρώτη ενημέρωση.

Το μεγάλο κενό της συγκέντρωσης του χριστιανικού ταφικού υλικού, που έχει επισημανθεί στην Ελλάδα, και της συστηματικής μελέτης του έρχεται να καλύψει το εν λόγω βιβλίο. Η μελέτη εγκρίθηκε ως διδακτορική διατριβή το 1991 από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού (Paris Ι – Pantheon-Sorbonne). Στη μορφή που δημοσιεύεται έχει ενημερωθεί σε μεγάλο ποσοστό βιβλιογραφικά μέχρι το 1998.

Στο εκτενές αυτό κείμενο τα μνημεία της παλαιοχριστιανικής περιόδου (4ος-6ος αι.), που είναι και τα σημαντικότερα, καλύπτονται πλήρως. Εξετάζονται όμως, σε μεγάλο ποσοστό και αυτά των μεταγενέστερων βυζαντινών χρόνων.

Τα τέσσερα μέρη

Το πρώτο μέρος αφιερώνεται στην καταλογογράφηση των ταφικών μνημείων. Πρόκειται για ένα corpus που χαρακτηρίζεται από μεγάλη πληρότητα. Εξετάζεται η σχέση των τάφων με τους ναούς, καθώς και το πρόβλημα της ταφής εκτός ή εντός των πόλεων. Συζητούνται τα ταφικά έθιμα, η τυπολογία των τάφων και τα κτερίσματα.

Στο δεύτερο μέρος μελετώνται τα «μαρτύρια», δηλαδή οι χώροι που είχαν συνδεθεί με την ταφή μαρτύρων της πίστεως. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται τα λίγα μνημεία που έχουν χαρακτηριστεί κατακόμβες και κυρίως της αναμφισβήτητης στη Μήλο.

Στο τέταρτο μέρος αναπτύσσεται η προβληματική των ταφικών παλαιοχριστιανικών τοιχογραφιών. Τα εικαστικά αυτά έργα ανήκουν στα παλαιότερα της χριστιανικής ζωγραφικής στην Ελλάδα και αποτελούν σημαντικό τεκμήριο για τη μελέτη της διαμόρφωσης της τεχνοτροπίας στην περίοδο της μετάβασης της τέχνης από τον παγανισμό στον Χριστιανισμό. Η διεξοδική αυτή μελέτη με τον πλούσιο βιβλιογραφικό υπομνηματισμό, αν παραβλέψει κανείς κάποια σφάλματα που έχουν παρεισφρήσει και την έλλειψη ευρετηρίων, αποτελεί ασφαλώς μια πολύ σημαντική προσπάθεια κωδικοποίησης των κοιμητηριακών μνημείων της Ελλάδας.

Ομως, όχι περίεργα, τα φυσικά του, του πατρίκιου αναδύονταν με περίεργο τρόπο στην κατοπινή ζωή του. Κατέπληξε κάποτε τους φίλους του στο Κέμπριτζ, αποκαλώντας τις τηβέννους σε μια συγκέντρωση του πανεπιστημίου «κακόγουστες». Εξίσου απορριπτικός και δίχως λεπτότητες ήταν και για την εργασία συγχρόνων του διανοητών.