ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ταυτότητα του σινεμά είναι η γλώσσα του

Η χθεσινοβραδινή βράβευση του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών για τη «διακεκριμένη συμβολή του στην ιστορία και στις φιλοσοφικές προεκτάσεις της Εβδομης Τέχνης» ήταν ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα της πολύχρονης και θερμής σχέσης του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη με την Ελλάδα. Μία σχέση που εγκαινιάστηκε με ένα ταξίδι αναψυχής το 1975, αμέσως μετά το τέλος των κοπιαστικών γυρισμάτων του «1900», συνεχίστηκε το 1997 με το αφιέρωμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο έργο του, για να φθάσουμε στη χθεσινή βραδιά, στην αίθουσα τελετών του Οικονομικού Πανεπιστημίου.

Τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι βράβευσε ο πρόεδρος της Βουλής Απόστολος Κακλαμάνης, ενώ στο έργο του αναφέρθηκαν ο πρύτανης Ανδρέας Κιντής και ο σύμβουλος κινηματογραφίας του υπουργείου Πολιτισμού Γιάννης Μπακογιαννόπουλος. Η σύντομη παραμονή του Ιταλού σκηνοθέτη στην Αθήνα μάς έδωσε τη σπάνια ευκαιρία για μία συνάντηση μαζί του. Παρά το όνομα, τα Οσκαρ, τη λαμπρή φιλμογραφία, ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι διαθέτει δύο ιδιότητες που τον καθιστούν οικείο πρόσωπο και ταυτόχρονα ευχάριστο συνομιλητή: φυσική ευγένεια και ανεπιτήδευτη καλλιέργεια.

Ο σκηνοθέτης του «Τελευταίου Αυτοκράτορα» μόλις τελείωσε την παραγωγή της τελευταίας ταινίας της γυναίκας του (πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Μαριβό «Ο θρίαμβος της αγάπης» με τους Μίρα Σορβίνο, Μπεν Κίνγκσλεϊ και Φιόνα Σόου). Οσο για τον ίδιο βρίσκεται στο στάδιο της συγγραφής του σεναρίου της επόμενης ταινίας του, τα γυρίσματα της οποίας τοποθετούνται την άνοιξη του 2002, στο Παρίσι.

– Διαβάζοντας τις ιταλικές εφημερίδες την επομένη της νίκης του Νάνι Μορέτι στις Κάννες, είχε κανείς την εντύπωση ότι ο Χρυσός Φοίνικας δεν ήταν μόνο τού Μορέτι αλλά ολόκληρου του ιταλικού κινηματογράφου. Εσείς πιστεύετε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία αναγεννητική περίοδο για το ιταλικό σινεμά;

– Ας πούμε κατ’ αρχάς ότι το ιταλικό σινεμά βρισκόταν για πολλά χρόνια σε μια κωματώδη κατάσταση. Τα τελευταία δύο χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι κάτι κινείται στο «εγκεφαλογράφημα» εμφανίζονται ξανά καμπύλες, η γραμμή δεν είναι πια επίπεδη. Γυρίζονται ταινίες αξιώσεων, κυρίως από τους νέους κινηματογραφιστές που κατορθώνουν να συνδυάσουν εισπρακτική επιτυχία και καλές κριτικές. Ετσι, κατά κάποιον τρόπο, το βραβείο του Νάνι ήταν η απόδειξη για όλα αυτά. Αυτό που θα ήθελα να πω στους νέους Ιταλούς σκηνοθέτες είναι ότι ήρθε η στιγμή να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν. Το νέο ιταλικό σινεμά, ό,τι δηλαδή γυριζόταν τα τελευταία 15 χρόνια, υπέφερε από το βάρος της κληρονομιάς του νεορρεαλισμού. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό, γιατί έχουμε παρακολουθήσει τεράστιες αλλαγές στο χώρο του κινηματογράφου (μιλάω κυρίως για τη γλώσσα κ.λπ.). Και το ιταλικό σινεμά θα πρέπει να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα. Κοιτάξετε τι συμβαίνει στο Χονγκ Κονγκ, στην Ταϊβάν… Δείτε τους νέους Γάλλους ή τους Αμερικανούς.

– Ποιος ήταν ο βασικός λόγος για το «κώμα» που περιγράψατε νωρίτερα;

– Νομίζω ότι το τέλος της πολιτικοϊδεολογικής διαμάχης, που υπήρξε η κινητήριος δύναμη του ιταλικού σινεμά. Βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα κενό. Το σινεμά έχει άμεση σχέση με το τι συμβαίνει στην κοινωνία. Και η ιταλική κοινωνία στη δεκαετία του ’80 ήταν μια κοινωνία κυνική και διεφθαρμένη μια κοινωνία που με κανέναν τρόπο δεν ευνοούσε τη δημιουργία.

– Είδατε την ταινία του Μορέτι;

– Πρόκειται για ένα πολύ επιτυχημένο φιλμ. Διαφορετική από άλλες ταινίες του Μορέτι και σίγουρα λιγότερο ναρκισσιστική. Υπάρχει περισσότερη ωριμότητα. Ισως ήρθε η ώρα της ενηλικίωσης και για τον Νάνι.

– Παραμένουμε λίγο ακόμη στον Μορέτι. Δήλωσε στις Κάννες ότι το ιταλικό σινεμά μπορεί να έχει επιτυχία στο εξωτερικό μόνον όταν οι ταινίες γυρίζονται ιταλικά και με Ιταλούς ηθοποιούς.

– Συμφωνώ. Είναι σημαντικό το ιταλικό σινεμά να διατηρήσει την ταυτότητά του. Και η ταυτότητα είναι η γλώσσα. Εγώ είχα τους δικούς μου λόγους και στη δεκαετία του ’80 ήθελα να φύγω όσο το δυνατόν πιο μακριά από την Ιταλία. Μισούσα τόσο πολύ την Ιταλία, που έφτασα στη Σαχάρα και στην Κίνα για να κάνω ταινίες! Θυμάμαι σ’ ένα Φεστιβάλ των Καννών που με πλησίασε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος (ένας σκηνοθέτης που εκτιμώ πολύ) και μου είπε: «Ωραίος ο Τελευταίος Αυτοκράτορας αλλά είναι στα κινέζικα». Γυρνάω και του λέω: «Αγαπημένε μου Τεό, εγώ δεν μιλάω κινέζικα. Πώς θα μπορούσα να σκηνοθετήσω στα κινέζικα;»! Επίσης στον κινηματογράφο, υπάρχει μία σύμβαση που όλοι σεβόμαστε: όλοι οι αρχαίοι στις ταινίες, οι Ρωμαίοι, οι αρχαίοι Ελληνες, οι Κινέζοι, πάντα μιλούν στα αγγλικά!

– Είχατε αναρωτηθεί παλαιότερα αν ο κινηματογράφος εξακολουθεί να εκφράζει την πραγματικότητα. Θεωρείτε ότι σήμερα αυτός ο ρόλος είναι στα χέρια της τηλεόρασης;

– Ναι. Η τηλεόραση είναι δυστυχώς μία πολύ μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Παρά τις τεράστιες δυνατότητες, κατέληξε μια πολύ ωραία βιτρίνα για να πωλούνται προϊόντα. Κρίμα. Ομως η τηλεόραση είναι κι άλλα πράγματα: είναι μία άλλη γλώσσα, είναι η τεχνολογία. Και υπάρχουν συγγένειες με το σινεμά. Ο κινηματογράφος μόλις τώρα αρχίζει και χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τηλεόραση. Προσωπικά, είμαι υπέρ των νέων πραγμάτων. Υπάρχουν συνάδελφοι της γενιάς μου που αισθάνονται έναν φόβο απέναντι σ’ όλα αυτά. Δεν είμαι από αυτούς που νοσταλγούν τη μουβιόλα…

– Ο Κόπολα είπε στις Κάννες ότι σήμερα διατίθενται πολλά χρήματα για την παραγωγή, αλλά λείπει το προσωπικό βλέμμα του σκηνοθέτη.

– Ναι, αν μιλάμε για το Χόλιγουντ. Από εκεί, πραγματικά, δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά πράγματα. Ομως ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει χώρος για το διαφορετικό. Το «Μανόλια», μία ταινία που μου άρεσε πολύ, είναι αμερικανική ταινία. Οσο για την Ευρώπη, ακόμα υποφέρει από τη στρατιωτικού τύπου κατοχή των Αμερικανών. Εχουμε όμως ευοίωνα σημάδια. Αλλά ξέρετε όλα αυτά είναι κύκλοι. Σήμερα κάπως έτσι, αύριο λίγο καλύτερα, λίγο χειρότερα…

– Μετά τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα» και τα 9 Οσκαρ, θα περίμενε κανείς στενότερη επαφή με το Χόλιγουντ.

– Οχι. Περισσότερο αυτό που ήθελα ήταν να το σκάσω. Μου αρέσει όταν η επιτυχία με κυνηγάει, όχι όταν την κυνηγάω εγώ. Μετά τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα» μου συνέβη ό,τι έγινε και μετά το «Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι». Ερχονταν παραγωγοί, φοβερά πιεστικοί, και μου έλεγαν «έλα να κάνουμε το Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, Νο 2» και τους έλεγα «πώς είναι δυνατόν, αφού ο Μάρλον Μπράντο πεθαίνει στο τέλος!». Ενας απ’ όλους αυτούς γύρισε και μου είπε: «Μα, τι λέτε! Δεν πέθανε. Τραυματίστηκε και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο!».

Για τον Μπερλουσκόνι

– Υπάρχει η αίσθηση ότι ένα μεγάλο μέρος του ιταλικού αλλά και του ξένου Τύπου «δαιμονοποίησε» την περίπτωση του Μπερλουσκόνι, κάτι που πιθανότατα στο τέλος τον εξυπηρέτησε εκλογικά.

– Δεν το πιστεύω αυτό. Νομίζω ότι το πρόβλημα της νίκης του Μπερλουσκόνι είναι πρωτίστως πρόβλημα κουλτούρας. Ο Μπερλουσκόνι ήταν ιδιοκτήτης τριών μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας. Σήμερα, μετά τη νίκη του στις εκλογές, έχει τον έλεγχο και των άλλων τριών καναλιών της χώρας. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Μπερλουσκόνι θα έχει υπό τον έλεγχό του και τους έξι τηλεοπτικούς σταθμούς της Ιταλίας. Αυτό ονομάζεται «δικτατορία των μέσων». Πουθενά αλλού στον κόσμο δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία. Νομίζω ότι οι Ιταλοί τον υποτιμήσαν.

– Γιατί θέτετε πρόβλημα κουλτούρας;

– Οταν το 1994 έπεσε η πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, ο συνασπισμός της Αριστεράς που τη διαδέχτηκε στην εξουσία, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη σημασία και τη δύναμη της τηλεόρασης. Στην Ιταλία ένας στους δέκα διαβάζει εφημερίδα και εννέα στους δέκα βλέπουν τηλεόραση. Η κυβέρνηση της Αριστεράς αντί να κάνει αυτό που έκανε, δηλαδή να σύρει τη RAI σ’ ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με τα κανάλια του Μπερλουσκόνι, προβάλλοντας περισσότερη χυδαιότητα και υποκουλτούρα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την τηλεόραση για να κάνει πολιτισμό. Δυστυχώς, όμως, η μόνη ανησυχία της Αριστεράς υπήρξε το κυνήγι της θεαματικότητας. Κι έπρεπε να ήμαστε χαρούμενοι όταν η RAI ξεπερνούσε το «Canale 5» του Μπερλουσκόνι… Οταν το επίπεδο της RAI ήταν ακόμα χειρότερο και από αυτό του Μπερλουσκόνι…