ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αναζητώντας τις οσμές του κόσμου…

Νίκος Φωκάς: «Το μέτρο της κραυγής μας». Εκδόσεις «Υψιλον», 2000, σελ. 44. Τέλειωσα το βιβλίο, την πρώτη ανάγνωση, και μόλις τότε πρόσεξα το εξώφυλλο. Η εικόνα που το κοσμεί εκτέθηκε στο βλέμμα μου σαν ακέραιο ποίημα, ίσως και σαν προληπτική συνόψιση του ευκρινούς «κόσμου» που συνθέτουν τα είκοσι οχτώ ποιήματα του νέου βιβλίου του Νίκου Φωκά (γεν. 1927), που τιτλοφορείται «Το μέτρο της κραυγής μας»: ένα παράθυρο από τα παλιακά -άρα λοιπόν ένα σχεδόν παράνομο τεκμήριο μνήμης ή και νοσταλγίας-, σχεδόν αποσπασμένο από τον τοίχο του, μετέωρο. Το ένα φύλλο του κλειστό, το άλλο ανοιχτό (να και η λέξη «φύλλο», να επικυρώνει κάπως τους συνειρμούς, τη συσχέτιση του εξωφύλλου με το κείμενο).

Μισόκλειστο λοιπόν το παράθυρο ή μισάνοιχτο; Και η κουρτίνα στο ανοιχτό παντζούρι έλκει το φως ή το απαγορεύει; Ο,τι κι αν αποκριθούμε, όπως κι αν εννοήσουμε την εικόνα, δεν είναι εύκολο να μη θεωρήσουμε σαφή προάγγελο των ποιημάτων ετούτο το παράθυρο, για το οποίο δεν δίνεται κανένα στοιχείο στο εσωτερικό του βιβλίου ή μήπως δίνεται, κι όχι βέβαια με κάποια ειδική σημείωση για το ποιος ο φωτογράφος και ποιος ο τόπος, αλλά με τους στίχους «…σπίτια όπου το φως / συγκλίνει απ’ όλα τα παράθυρα», κυρίως δε «ανοίγω ένα παράθυρο πάνω στη νύχτα», όπου μια μικρή αλλαγή, ένα τυπικά παράταιρο επίρρημα, εκείνο το «πάνω», εξυψώνει μια συμβατική κίνηση σε πράξη ανταρσίας κατά του σκότους; Δεν είναι επίσης εύκολο να μην ανακαλέσουμε στη μνήμη το εμβληματικό ποίημα «Τα παράθυρα» του K. Π. Καβάφη, ενός από τους παλιούς γνώριμους του Φωκά: «Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ / μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ / για νάβρω τα παράθυρα. – Οταν ανοίξει / ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. – / Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ / να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. / Ισως το φως θάναι μια νέα τυραννία. / Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.»

Της μνήμης

Ενα ποιητικό βιβλίο που ξεκινάει με το ρήμα «θυμάται» (πρώτη λέξη του πρώτου ποιήματος), ένα βιβλίο ανάκλησης, μπορεί να μείνει κλειστό, ανεπίδοτο, αν αρκεστεί στην κατάθεση των ενθυμημάτων υιοθετώντας τον υψηλό τόνο της εξιδανικευτικής νοσταλγίας ή της πικρόχολης καταγγελίας, κι αν δεν αποδείξει πως «η μνήμη δεν καταθέτει απλώς σαν μάρτυρας / μα γίνεται η ίδια μια ενεργή πραγματικότητα». Ομως ο ποιητής Νικός Φωκάς, στην ώς τώρα άξια δουλειά του, δεν ρύθμισε ποτέ τη φωνή του σε τόνο υψηλό ούτε και εμπιστεύτηκε την «αυταξία» (πραγματική ή θρυλούμενη) των βιωμάτων ή των «πηγαίων αισθημάτων» δεν ήταν ποτέ φανατικός του ναρκισσευόμενου ποιητικού σκότους ή φανατικός του φιλάρεσκα επιδεικνυόμενου φωτός, εξού και το παράθυρό του είναι μισάνοιχτο, για να δέχεται αλλά και να αποκλείει, και να υπενθυμίζει έτσι πως ο κόσμος είναι ωραία μεικτός: «Ακόμα και στους πιο σκοταδερούς σου πίνακες (…) υποδηλώνεις κάποιες φωτεινές διαφυγές από ‘να τρύπιο παραπέτασμα;» διαβάζουμε στο κρίσιμο ποίημα «Αφηρημένη ζωγραφική Ζ. Φθενόπουλου (1923-89)».

Η θεωρία του ποιητή, που υπηρετείται και από την αυστηρή αφηγηματική του τεχνική, είναι αποκρυσταλλωμένη από παλιά και οργανώνεται με στόχο την αποδραματοποίηση, τον μετριασμό, τον έλεγχο των αισθημάτων που πυροδοτούν τη μνήμη και την έμπνευση, καθώς και την πειθάρχηση των λέξεων που θα αποδώσουν τις παραγόμενες σκέψεις. Γι’ αυτό και ο τίτλος «Το μέτρο της κραυγής μας» δεν απηχεί κάποια εσωτερική αντινομία, δεν συνιστά οξύμωρο, ακριβώς όπως συνέβαινε και με τον τίτλο «Γκρίζο χρώμα θερμό» παλαιότερης συλλογής του (1989), που κι αυτός συνήπτε δύο τυπικά αντίθετες ποιότητες.

Τα ποιήματα της συλλογής, γραμμένα στην περίοδο 1996- 2000 και δημοσιευόμενα χωρίς αυστηρή χρονική συνέπεια, φέρουν ευκρινή όλα τα στοιχεία της ταυτότητας του Νίκου Φωκά. Ηδη το πρώτο ποίημα σταθμεύει στο σήμα-θάνατος, σ’ αυτό το «παρείσακτο μήνυμα» πάνω στο οποίο ακονίζει ανέκαθεν τον στωικό του στοχασμό ο ποιητής, όπως φανερώνει και το γεγονός ότι αρκετές συλλογές του εκκινούν ακριβώς μ’ έναν θάνατο. Παρούσες επίσης στο βιβλίο κάποιες άλλες από τις σταθερές του, ο Υμηττός λόγου χάρη, τα τζιτζίκια, τα φίδια και τ’ άλλα ζωντανά, «είδη παρωχημένα, ευάλωτα κι αγνά την εποχή του Internet» δεν πρόκειται για τυχαίο ή δημαγωγικό ενοφθαλμισμό «οικολογικών» στοιχείων, αλλά για ένα από τα σαφή τεκμήρια της ουσιώδους κοινωνικότητας της ποίησης του Φωκά, της πολιτικότητάς της, η οποία παραμένει ερεθιστική ακόμη και στις επιθετικότερες στιγμές της, όπως λόγου χάρη στους στίχους του ποιήματος «Προάνοιξη με σκύλο»: «Με μάταια αλυχτίσματα ζητώ να συγκινήσω τους περαστικούς, / εκπρόσωπους μιας νέας ανυπόστατης γενιάς αφόρητης στην άγνοιά της». Οι στίχοι αυτοί ακούγονται σαν να παίρνουν τη σκυτάλη από τη συλλογή «Ενα σημείο προσήλωσης» (1993) και την εκεί αποστροφή: «Μια νέα καταβροχθιστική γενιά (..) / ήρθε (…) να συνταράξει με την αδηφαγία της και τη βουλιμία της τη δική μας».

Μεταμόρφωση

Στο «Προάνοιξη με σκύλο», λοιπόν, ο άνθρωπος, πιθανόν για να σώσει ό,τι θεϊκό θρυλείται πως φέρει εντός του, μετασχηματίζεται σε ζώο (σε δρόμο που διασταυρώνεται με το δρόμο που άνοιξαν οι «μεταμορφώσεις» στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη), σε «προλογικό» φορέα της μνήμης ενός κόσμου που μοιάζει να χάνεται, σ’ έναν σκύλο άλλης τάξεως από κείνους «μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι» που περνούν στους δρόμους των «μεταμορφώσεων» του Μίλτου Σαχτούρη: «με τη μύτη στο χώμα / αναζητώ σαν σκύλος τις δικές τους οσμές αυτές το ρύγχος μου οδηγούν». Η όσφρηση είναι η κατεξοχήν αίσθηση ετούτης της συλλογής. Το ποίημα «Τρίτη του Πάσχα» ηχεί σαν επιτύμβιο των οσμών, οι οποίες εμφανίζονται σαν το άλλο όνομα, το εσωτερικό, των τρόπων που εφεύρε ο άνθρωπος για να υπάρχει και να συνυπάρχει: «Οσμές που χάσανε τους φυσικούς τους / ανθρώπινους δέκτες πριν από χρόνια κι άλλα χρόνια, / και περιφέρονται το Πάσχα αναζητώντας νέους πιστούς / του κάκου, νέους αθώους μυκτήρες / σε μιαν Ελλάδα δίχως όσφρηση/ άρα σε μια Ελλάδα δίχως πίστη». Κι ωστόσο, τρεις στίχους πριν τελειώσει το απογοητευμένο ποίημα, ο επικήδειος τόνος υποχωρεί και ο ποιητής, ως αναγνώστης και «οσμιστής» του κόσμου, αρπάζεται από «μια πίστη που στιγμιαία αναβιώνει / καμιά φορά σε μια ευωδιά /μπροστά σε κάποιο φούρνο ή λουλουδάδικο!»

Καθόλου εύκολη δεν είναι μια τέτοια πίστη, έστω στιγμιαία. Αλλά η στιβαρή ποίηση του Νίκου Φωκά, ποίηση που στοχάζεται και προτρέπει σε στοχασμό, αρνείται τη γοητεία του μηδενισμού και δεν παραιτείται: «Ματαιωμένοι, αλλ’ όχι και παραιτημένοι, παίζοντας / ώς τα βαθιά μας γηρατειά στα μπράτσα του καθίσματος / ή και το ξύλο ακόμα του τελευταίου μας κρεβατιού την ίδια μελωδία». Το ποίημα «Καλοκαίρι ’99», υποθέτω εσκεμμένα τελευταίο του βιβλίου, κατατίθεται σαν ώριμο και αποφασισμένο σύμβολο πίστεως στην ίδια την τέχνη του λόγου, τέχνη της επινόησης και της αυθαιρεσίας, η οποία δεν συγκατατίθεται να απαλλοτριωθεί το δικαίωμά της να συνθέτει, «κάθε πρωί», έναν κόσμο αλλιώτικο:«Με τη θέλησή μου δημιουργώ κάθε πρωί / τ’ αμπέλια και τους ελαιώνες σαν πάνω σε γυμνό καμβά, / ίδιος ζωγράφος, μην αφήνοντας κενά»…