ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ζωή σαν νεκρή φύση στο τραπέζι

Στην ιστορία της τέχνης έχουν υπάρξει και οι ελάσσονες μεγάλοι που η μεγαλοσύνη τους είναι αντίστροφα ανάλογη προς τις διαστάσεις του έργου τους. Παραδοξότητες και προκαταλήψεις για τη φιλοδοξία ενός καλλιτέχνη, το μέγεθος και τη φύση των θεμάτων του, είναι ο νάρθηκας που εγκλωβίζει τη δημιουργία του. Μικροί πίνακες, προσωπικοί σαν μονόλογοι και μια προσήλωση στη νεκρή φύση – ακόμη και ο Σαρντέν ήταν θύμα αυτής της μοίρας.

Ασάλευτη ζωή

Ο Τζιόρτζιο Μοράντι γεννήθηκε το 1890 στην Μπολόνια που σπάνια την εγκατέλειπε (μόνο για διακοπές στην εξοχή) και όπου πέθανε το 1964. Ηταν ένας άνθρωπος με μόνιμες και σταθερές συνήθειες, μονότονες καντιανές και με κλειστό χαρακτήρα. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του διδάσκοντας στη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης όπου είχε φοιτήσει και ο ίδιος. Εμεινε με τις αδελφές του στο οικογενειακό τους σπίτι όπου είχε και το εργαστήρι του και ποτέ δεν παντρεύτηκε. Ζωγράφισε κυρίως νεκρές φύσεις και η ζωή του η ίδια ήταν μία από τις νεκρές φύσεις. Ελάσσων μεταξύ των μεγάλων ή μεγάλος μεταξύ των ελασσόνων, στην πραγματικότητα είναι ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 20ού αιώνα και ίσως ο καθαρότερος με την καντιανή έννοια.

Μπορούμε, όπως λέει ο παλιός ποιητής, να δούμε τον κόσμο μέσα σε έναν κόκκο άμμου. Ο Μοράντι έβλεπε τον κόσμο στα ράφια του εργαστηρίου του όπου ήταν παραταγμένα τα μοντέλα του, σαν πρόσωπα θεατρικών έργων, τα οποία εμφανίζονται ξανά και ξανά. Τα χρόνια γίνονταν δεκαετίες και τα ίδια μπουκάλια, οι κανάτες και οι καράφες παρουσιάζονται στους πίνακές του καθώς τα κατέβαζε από τη θέση τους και τα παρέτασσε πάνω στο τραπέζι, τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς, σαν πρόσωπα σε σκηνές του Τσέχοφ. Μια ίσια επιφάνεια, όπως μια γωνία και ένας τοίχος που έκλεινε πίσω τον χώρο, και εκεί, έτσι, με αυτά τα χιλιομεταχειρισμένα, καθημερινά πράγματα, έφτιαχνε έναν κόσμο σχημάτων, μορφών, διαστημάτων και φωτός. Ακόμη κι όταν είναι μεγάλοι, οι πίνακες του Μοράντι είναι μικροί. Στα μεγάλα τους δεν ξεπερνούν τους 90 πόντους και από το 1940 και μετά, ήταν ακόμη πιο μικροί. Κι όμως μέσα στον περιορισμένο αυτό χώρο και με την εμμονή στα ασήμαντα τούτα θέματα, πέτυχε να δημιουργήσει, εικόνα με την εικόνα, σύνθεση με τη σύνθεση, κανάτα με την κανάτα και μπουκάλι με το μπουκάλι, μια παρουσία επιβλητική και μνημειακή.

Μια παρουσία με μια βαθιά, μεταφυσική γαλήνη που καλεί το βλέμμα να υψωθεί από το αισθητό στο νοητό, από το θεωρούμενο στο υπερβατικό, κατά πολύ πλατωνικότερη εκείνης του Μοντριάν. Πώς γίνεται και αυτές οι καπνισμένες επιφάνειες, η ουδέτερη όμως ζωντανή μπογιά, σε κοφτές γωνιές, τα ήσυχα χρώματα και οι ανεπαίσθητοι τονισμοί να δημιουργούν μια τόσο μακρινή κι όμως κοντινή αλήθεια, τόσο απλή ώστε να γίνεται αισθητός κι ο αέρας που περνά ανάμεσά τους; Θέλει χίλια λόγια για ν’ απαντηθεί και κανένα. Τα ήσυχα νερά κρύβουν βαθιά ρεύματα κι η αλήθεια είναι το ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει όλη η μεγάλη τέχνη, ιδιαίτερα του 20ού αιώνα, όπου η αλήθεια αυτονομήθηκε από τη ζωή. Είναι ειρωνικό το γεγονός, όπως γράφει ο Ουίλιαμ Πάκερ στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ότι ο Μοράντι που όταν ήταν νέος στη δεκαετία του 1910, ήταν μαζί με την «Πιτούρα μεταφίζιτσι» και την ομάδα του «Νοβετσέντο», όταν απομακρύνθηκε από εκείνα τα κινήματα βρήκε τη φωνή του και βρίσκοντάς την έγιναν εκείνα που πρέσβευαν, στην ουσία τους, νέος και ανεπανάληπτος.

Εχουν γίνει πολλές σπουδαίες εκθέσεις του Μοράντι τα τελευταία χρόνια, ιδίως της ύστερης φάσης του, στο Πέγκι Γκουγκενχάιμ της Βενετίας και η μεγάλη αναδρομική του στο Μουσείο Μαγιόλ του Παρισιού. Τώρα γίνονται δύο εκθέσεις του στο Λονδίνο, με διαφορετική προσέγγιση μεταξύ τους που η μια όμως συμπληρώνει την άλλη. Στην Τέιτ Μόντερν, είναι ένα οδοιπορικό σε πέντε αίθουσες όπου η πρώτη λειτουργεί σαν σύνοψη της δουλειά του από την αρχή του με τους «Μεταφυσικούς» ώς το τέλος με τις σειρές τα μπουκάλια, η δεύτερη να εστιάζεται στην αποκορύφωση της δημιουργίας του, στην ύστερη δεκαετία του ’40 και αρχές της δεκαετίας του ’50, την τρίτη με τα σχέδιά του που δείχνουν πόσο στενά τα ακολουθούσε η τελική σύνθεση, την τέταρτη επικεντρωμένη σε μια σειρά πινάκων όπου η άκρη του τραπεζιού λειτουργεί ως εικαστικό μέσο καθώς εκεί στη γωνία είναι παραταγμένα (στη σειρά τα μπουκάλια σαν τουρίστες που κοιτάζουν από το χείλος της αβύσσου και η πέμπτη με νεκρές φύσεις κι ένα δυο τοπία της δεκαετίας του ’60. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του Μοράντι έγινε πιο άνετη και ελεύθερη στο χειρισμό με λιγότερα αντικείμενα, περισσότερο αινιγματική, αλλά όχι λιγότερο ισχυρή.

Στην άλλη έκθεση, στη Συλλογή Εντορίκ, στις δύο αίθουσές της περιέχονται έργα από συλλογές σχηματισμένες στις δεκαετίες του ’30 και ’40 ενός Ρομπέρτο Λόνγκι, που προτιμούσε από τα έργα του Μοράντι εκείνα με τα λουλούδια μέσα σε ένα ανθογυάλι και ενός Πιέρο Μπανγκοντζιάρι και του γιατρού του προφεσόρε Νοφέρι που τους άρεσαν τα τοπία.

Μπουκάλια στο τραπέζι

Ο τελευταίος λόγος είναι του Μοράντι. «Μού παίρνει εβδομάδες για να καταλήξω στο μυαλό μου ποιες μπουκάλες ταιριάζουν με ποιο τραπεζομάντιλο. Υστερα μου παίρνει άλλες εβδομάδες για να καταλήξω στις μπουκάλες, κι όμως, και τότε πέφτω έξω στους υπολογισμούς μου σχετικά με τα διαστήματα. Ισως δουλεύω γρηγορότερα από όσο πρέπει».