ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με έρωτα για την Ελλάδα…

Πόσα ελληνικά καλοκαίρια έχει χαρεί ο Ζακ Λακαριέρ; Πόσους ήλιους, πόσους ποιητές και θεούς συνάντησε, πόσα βιβλία καταβρόχθισε, πόσα τραγούδια άφησε ν’ αρμενίζουν στη θαλασσινή αύρα; Σε πόσα νησιά έχει ρίξει άγκυρα, πόσες γυναίκες συνόδεψε την αυγή σε έρημους δρόμους; «Δεν έχω καταφέρει να ερωτευτώ όλες τις λέξεις ούτε, βέβαια, όλες τις γυναίκες της Ελλάδας», απαντάει ο θερμόαιμος ελληνιστής στο «Λεξικό ερωτευμένο με την Ελλάδα» που μόλις εκδόθηκε. Οχι όλες, όμως πολλές, πάρα πολλές, και με πάθος. «Ο έρωτας για τις λέξεις, τους τόπους, τ’ αντικείμενα, τις ιδέες, τα τραγούδια, τους συγγραφείς, τους φίλους, τις φίλες – θνητές, νύμφες ή θεές», ήταν ο καθοδηγητής του σ’ αυτό το βιβλίο του νόστου.

Η αρχαία γλώσσα

Η Ελλάδα του Λακαριέρ είναι μεγάλη και διαχρονική. Είναι η πατρίδα μιας αιώνιας γλώσσας, της γλώσσας των αρχαίων φιλοσόφων, των βυζαντινών μυστικιστών, των περιπλανώμενων ναυτικών. Μιας γλώσσας που άνοιξε τους δρόμους στη ζωή, στην περιπέτεια, στη γνώση και στο θάνατο, και έδωσε στον κόσμο ένα οικουμενικό λεξιλόγιο για να μιλάει για τη δημοκρατία και την ελευθερία. Η αρχαία αυτή γλώσσα δεν έπαψε ποτέ να ομιλείται – όχημα μιας παράδοσης που τη χαρακτηρίζει η αγάπη για τον άνθρωπο και έχει κανόνα της τη δικαιοσύνη, όπως είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης στη Στοκχόλμη, κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, το 1963.

Η αγάπη για τον άνθρωπο, με όχημα τις λέξεις. Ποιες είναι αυτές οι λέξεις; Ουσιαστικά που κρύβουν μύθους και θρύλους, σε μια αέναη όσμωση των τριών «βασιλείων της ζωής: του φυτικού, του ζωικού, του ανθρώπινου». Ασφόδελος, κυπαρίσσι, δάφνη, δελφίνι… Κύρια ονόματα – ποιητές και θεοί που απλώνουν το χέρι στη διαδρομή του χρόνου. Και μας λένε ότι το παρελθόν δεν είναι χωρίς επιστροφή: Ικαρος, Αθηνά, Ερως, Δαίδαλος, Οδυσσέας Ελύτης, Ορφέας, Πασιφάη, Καβάφης κοκ. Τοπωνύμια -Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Ατλαντίδα, Καππαδοκία, Ορος Αθως, Αρκαδία- πλήθος τοπία στα σταυροδρόμια του κόσμου και της ιστορίας. Λέξεις διαλεγμένες για να σηματοδοτούν τη ζωή.

Παλιοί γνώριμοι

Ο αναγνώστης περιπλανιέται ηδονικά, συναντιέται με ονόματα που αγνοούσε (π.χ., Περικλής Γιαννόπουλος, ο Ελί Φορ της Ελλάδας, που αυτοκτόνησε προχωρώντας με τ’ άλογό του μέσα στη θάλασσα, στον κόλπο της Ελευσίνας) και ξανασυναντά παλιούς γνώριμους, όπως τον Καβάφη και τον Τσίρκα.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια, διάγοντας βίο λιτό και ταπεινό, όπως τον ίδιο καιρό ο Πεσόα στη Λισσαβώνα. Εγραφε κείμενα στα σύνορα της ποίησης και της πρόζας, που όλα αναδύουν συγκινησιακή ένταση, «τη συγκίνηση», γράφει ο Σεφέρης, «που δοκιμάζουμε στη θέα ενός αγάλματος που δεν βρίσκεται πια εκεί». Ολο το φως και η στωική διαύγεια που περιείχε η ζωή του την κατέθεσε στα λιγοστά του ποιήματα, που τα τύπωνε σε φυλλάδια. Μάζευε το χρυσάφι ονομάτων χαμένων στη σκόνη του δρόμου, και οι κουβέντες του απευθύνονταν στον Μάρκο Αντώνιο, στον Αχιλλέα και στον Νέρωνα, όσο και στους συγκαιρινούς του. «Η γλώσσα», γράφει ο Λακαριέρ, «είναι για τον Καβάφη το όχημα, ο μίτος της Αριάδνης για την ελληνική μνήμη και τη διασπορά».

Ο Στρατής Τσίρκας (1911-1980) ήταν κι αυτός Αιγυπτιώτης Ελληνας. Η τριλογία του «Ακυβέρνητες πολιτείες» (που έχει εκδοθεί στα γαλλικά από τις εκδόσεις Points-Seuil) είναι μια μυθιστορηματική συμφωνία, όπου η Ιστορία πρωταγωνιστεί. «Εργο εμποτισμένο με όλη την παιδεία και την πείρα του συγγραφέα (…) ενός Ελληνα της άλλης Ελλάδας, μεσογειακού και πολίτη του κόσμου». Υπάρχει επίσης στο λεξικό ένα όνομα απρόσμενο: του Robert Brasillach (1909-1945), του συγγραφέα που τουφεκίστηκε ως συνεργάτης των ναζί μετά την Απελευθέρωση και που είχε εκδώσει στα γαλλικά μια έξοχη «Ανθολογία Ελλήνων ποιητών» – «αληθινή εξερεύνηση σε τόπους και κείμενα που είχαν ώς τότε παραμείνει αγνοημένα», όπως γράφει ο Λακαριέρ. Και το ερώτημα που αναπόφευκτα ανακύπτει, είναι πώς ένας άνθρωπος τόσο εξοικειωμένος με την Ελλάδα μπόρεσε να διαστρέψει τα διδάγματα μιας παράδοσης την οποία τόσο σεβόταν κι αγαπούσε. Ερώτημα δίχως απάντηση.

Υπάρχει αναφορά και στο Ιντερνετ στο βιβλίο του Ζακ Λακαριέρ. Ο συγγραφέας αναρωτιέται αν τα σύγχρονα μέσα επιτρέπουν στους μοναχούς του Αγίου Ορους, που συχνά «σερφάρουν» μεταξύ δύο αγρυπνιών, να φλυαρούν με τους αγγέλους. Το βιβλίο του Jean-Francois Colosimo «Η σιωπή των αγγέλων» φαίνεται να απηχεί όχι μόνον αυτή την απορία, αλλά και άλλα σημεία του «Ερωτευμένου Λεξικού». Δοκιμιογράφος και καθηγητής θεολογίας, ο συγγραφέας μάς αφηγείται την οδύσσειά του στις εκκλησίες και στα μοναστήρια εκείνων που αποκαλεί «Χριστιανούς της Ανατολής» και έχει θέσει το βιβλίο του υπό τη διττή αιγίδα του Ιγνατίου της Αντιοχείας και του Οδυσσέα Ελύτη.

Οδοιπορικό

Πολλά βιβλία συγκατοικούν στη «Σιωπή των αγγέλων». Θα βρει εδώ ο αναγνώστης το σημειωματάριο ενός θρησκευόμενου περιηγητή, σοφούς στοχασμούς για τους αγγέλους, μια έρευνα για τις φωνές που έχουν αφιερωθεί στο εγκώμιο του Θεού, μιμούμενες τη χορωδία των αγγελιαφόρων της θείας σιωπής. Το πνευματικό αυτό οδοιπορικό μάς ταξιδεύει από το Παρίσι στη Μόσχα, περνώντας από τα μοναστήρια των νήσων Σολόφκι, κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, την κοπτική πρωτεύουσα, και στο Χαλέπι, όπου γειτονεύουν ναοί όλων των δογμάτων, έρχεται στην Αθήνα, που τη βλέπει να απειλείται περισσότερο από τις Βρυξέλες παρά από τον τουρκικό κίνδυνο. Παντού οι άνθρωποι τραγουδούν, ψάλλουν και προσεύχονται, σαν τους ακρίτες που φρουρούσαν άλλοτε τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για τον «ακρίτα», το λήμμα στο λεξικό του Λακαριέρ είναι στη σελίδα 22.