ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στάνλεϊ Καβέλ, ένας Αμερικανός στην Αθήνα

Ο Στάνλεϊ Καβέλ, η ανθρώπινη φωνή, η όπερα και ο κινηματογράφος Ο Στάνλεϊ Καβέλ δεν είναι γνωστός στην Ελλάδα, αν και είναι από τους σημαντικότερους, εν ζωή, Αμερικανούς φιλοσόφους. Ερχεται στην Αθήνα για να συμμετάσχει στο μεγάλο διεθνές συνέδριο φιλοσοφίας που γίνεται στους Δελφούς από 25-29 Ιουνίου για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Αυστριακού φιλοσόφου Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Οι «Φιλοσοφικές Ερευνες» του Βιτγκενστάιν και η φιλοσοφία του J.L. Austin, του κυριότερου εκπροσώπου της λεγόμενης φιλοσοφίας της καθημερινής γλώσσας, αποτέλεσαν την αφετηρία και το μόνιμο πεδίο έρευνας του έργου του Καβέλ. Στη φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν και του Οστιν, η οποία καταγίνεται με την καθημερινή χρήση των λέξεων, ο Καβέλ, βρίσκει το αντίδοτο στην παθολογία της μεταφυσικής. Οπως κι αυτοί, πασχίζει να οδηγήσει τις λέξεις από την εξορία, στην οποία τους οδηγεί η παραδοσιακή φιλοσοφία, πίσω στη θαλπωρή της καθημερινότητας.

Θέλει να επαναφέρει, όπως λέει, την ανθρώπινη φωνή στη φιλοσοφία, φωνή που η φιλοσοφία έχει απολέσει, ξεχνώντας το «γνώθι σαυτόν» και ασχολούμενη με την αναζήτηση μιας απρόσωπης γνώσης ενός απρόσωπου, και επιπλέον διχασμένου, όντος. Ο διχασμός ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα ή ανάμεσα στον κόσμο των φαινομένων και στον κόσμο όπως είναι πραγματικά, φέρνει στο προσκήνιο την απειλή του σκεπτικισμού, που δεν είναι άλλη από την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. «Ο σκεπτικισμός είναι η εκδήλωση, η εκδίπλωση της τραγωδίας είναι ένα επιχείρημα, μια συζήτηση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης».

Διαμοιρασμένο το υποκείμενο ανάμεσα σε σώμα και πνεύμα, διατεταμένο ανάμεσα στον κόσμο της φυσικής και στον κόσμο της ηθικής, φοβάται τη φίμωση ενός περίκλειστου ιδιωτικού χώρου και συγχρόνως την περίβλεπτη και ανεξέλεγκτη έκθεση από δυνάμεις που το υπερβαίνουν. Αναζητεί τη φωνή της έκφρασης και της επικοινωνίας, που θα σπάσει τα στεγανά της ιδιωτικότητας και εκείνη τη διαδρομή ανάμεσα στους δύο κόσμους που θα το οδηγήσει στον ηθικό περφεξιονισμό.

Η εμμονή του Καβέλ στη φωνή, στο μέτρο της ανθρώπινης φωνής, τον φέρνει από τη φιλοσοφία στην όπερα. Το τραγούδι και ειδικά η άρια εκφράζουν για τον Καβέλ ακριβώς την υπέρβαση του μέτρου, αυτή τη συμπίεση και τη διάταση του υποκειμένου καθώς ο τραγουδιστής αφήνεται, παραδίδεται στο πνεύμα του, ελευθερώνοντας τη φωνή του. Η ωμή συμβατικότητα της όπερας (η συνομιλία ως τραγούδι) θέτει σε δοκιμασία τις κοινές συμβάσεις που καθιστούν την επικοινωνία δυνατή – τον τόνο, τον ρυθμό, την απόσταση, τη διάρκεια. Φέρνει το υποκείμενο σε εκείνο το υψηλό σημείο, στην ακρώρεια από όπου θα αφήσει να εκφραστεί αυτό που δεν έχει γλώσσα, το άρρητο. Είναι μια κατάσταση στα όρια της τρέλας.

Ο Καβέλ συνδέει την όπερα με το σινεμά γιατί βλέπει στο χολιγουντιανό μελόδραμα του ’30-’40, στις ταινίες του Φρανκ Κάπρα, του Χάουαρντ Χοκς, του Τζοωρτζ Κιούκορ, την αναζήτηση μιας άλλης φωνής, της φωνής της γυναίκας, για να πει την ιστορία της, την ιστορία της σιωπής της.

Αυτά που η σύγχρονη ακαδημαϊκή φιλοσοφία θεωρεί εμπόδια για τη σκέψη και άσχετα προς τη φιλοσοφία ενδιαφέροντα, ο Καβέλ τα κατέστησε αντικείμενα φιλοσοφικού στοχασμού. Εγραψε φιλοσοφικά κείμενα για τον Μπέκετ, τον Σαίξπηρ, τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, αλλά και τους αδελφούς Μαρξ, τον Χίτσκοκ, τον Μακαβέγιεφ, τον Μπέργκμαν, το θέατρο, τη μουσική, το σινεμά και την όπερα. Εσπασε τυπικές οριοθετήσεις, νομιμοποίησε αυτό που ήταν παραβατικό. Φιλοσοφία ή τέχνη; Να υποκύψει ή να αντισταθεί η φιλοσοφία στη σαγήνη της ποίησης; Ο Καβέλ δεν λύνει την ένταση αλλά την ερευνά. Επιχειρώντας να κατανοήσει και να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην αναλυτική και στην ηπειρωτική παράδοση στη φιλοσοφία, δηλαδή στη γοητεία της επιστήμης από τη μια μεριά και στη γοητεία της ποίησης από την άλλη, έφθασε μπροστά σε μια νέα διαίρεση, αυτή τη φορά εντός της ίδιας παράδοσης: τη διαίρεση ανάμεσα στη φιλοσοφική και τη λογοτεχνική γραφή. Το έργο του μαρτυρά τη γόνιμη σύνθεσή τους.

Η Μαρία Περλορέντζου («Το δράμα Νικήρατος και οι ιταλικές απηχήσεις του») αποκαλύπτει, ύστερα από ενδελεχή έρευνα, το απρόσμενο: επιδράσεις από το έργο της Ευανθίας απαντώνται, σε διαφορετική έκταση και με διαφορετικούς τρόπους, στο έργο τριών Ιταλών φιλελλήνων λογίων ουσιαστικά ερήμην της, χωρίς η ίδια να γνωρίσει την έκταση της απήχησης αυτής. «Μια συνάντηση που δεν έγινε», αυτή του Νικολάου Κασομούλη και της Ευανθίας Καΐρη, απασχόλησε τον Αλκη Αγγέλου σε μια γοητευτικά αιρετική αλλά απολύτως λογική και θεμιτή πρόταση. Εντάσσοντας τα δύο πρόσωπα σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, όχι όπως αυτή τελικά υπήρξε, αλλά όπως θα μπορούσε κάλλιστα να είχε υπάρξει, ο Αγγέλου τεκμηριώνει την άποψη ότι όλες οι προϋποθέσεις για μια συνάντηση και για ένα πιθανό ειδύλλιο ανάμεσά τους υπήρξαν ευνοϊκές – όλες, εκτός από τη χρονική στιγμή.