ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τζακ Λέμον, αγαπημένος κωμικός, ωραίος άνθρωπος

Από τις πιο αγαπητές διεθνώς μορφές του κινηματογράφου ήταν ο Τζακ Λέμον, που πέθανε τη νύχτα της Τετάρτης από επιπλοκές που οφείλονταν σε καρκίνο. Ο Λέμον πέθανε σε ηλικία 76 ετών σε νοσοκομείο του Λος Αντζελες, έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του Φελίσια και δύο από τα παιδιά του. Στη μακρόχρονη καριέρα του κέρδισε δύο Οσκαρ, ενώ επτά φορές ήταν υποψήφιος για το βραβείο α’ αντρικού ρόλου. Στη συνείδηση του κοινού έμεινε περισσότερο από τις κωμωδίες που έπαιξε, ειδικά εκείνες στις οποίες συνεργάστηκε με τον Μπίλι Ουάιλντερ και τον Ουόλτερ Ματάου. Με κωμωδίες είχε κάνει και το ντεμπούτο του και κέρδισε το πρώτο του Οσκαρ (β’ ρόλου) το 1955, για την ταινία «Μίστερ Ρόμπερτς». Το 1962 αποφάσισε να στραφεί στις δραματικές ταινίες. Στις «Μέρες κρασιού και λουλουδιών» του Μπλέικ Εντουαρντς έπαιξε έναν αλκοολικό που παρασύρει τη γυναίκα του (Λι Ρέμικ) στο ποτό. Ηταν η πρώτη φορά που προτάθηκε για Οσκαρ α’ ρόλου. Το βραβείο τού απονεμήθηκε το 1973 για το «Σώστε τον Τίγρη» του Τζον Αβιλντσεν. Ηταν μια ταινία που είχε απορριφθεί από πολλά στούντιο, μέχρι που την ενέκρινε η Paramount με προϋπολογισμό μόλις ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Για να πραγματοποιηθεί η ταινία, ο Λέμον συμφώνησε να παίξει με τον βασικό μισθό (165 δολάρια την εβδομάδα).

Πολλαπλές ατυχίες

Ο τύπος που έπαιξε στις περισσότερες κωμωδίες του ήταν ο καλοπροαίρετος ανθρωπάκος που πέφτει συνεχώς πάνω σε συμφορές. Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν τού ήταν ιδιαίτερα δύσκολος αυτός ο χαρακτήρας, καθώς και στην πραγματική του ζωή -από τη γέννησή του ακόμη- είχε βρεθεί πολλές φορές μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις. Γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου το 1925 στο ασανσέρ ενός μαιευτηρίου στη Βοστώνη και όταν έπαθε ίκτερο, η νοσοκόμα φώναξε «κοιτάξτε το μικρό κίτρινο λεμόνι» (κάνοντας λογοπαίγνιο με το επίθετό του). Στα παιδικά του χρόνια ήταν φιλάσθενος και μέχρι τα 13 του υποβλήθηκε σε 13 εγχειρήσεις.

Ο πατέρας του είχε μια επιχείρηση αρτοποιίας, έτσι ο μικρός Τζακ μεγάλωσε μέσα σε οικονομική άνεση. Σπούδασε στο Χάρβαρντ και όταν γύρισε από τη θητεία του στο Ναυτικό ανακοίνωσε στους γονείς του την απόφασή του να γίνει ηθοποιός. «Πρέπει να δοκιμάσω, διαφορετικά σε όλη μου τη ζωή θα αναρωτιέμαι», είπε στον πατέρα του. «Είναι κάτι που αγαπάς;», τον ρώτησε εκείνος και όταν πήρε θετική απάντηση, εκείνος είπε: «Ωραία, γιατί τη μέρα που θα πάψω να βρίσκω ρομαντισμό σ’ ένα καρβέλι ψωμί θα τα παρατήσω». Με 300 δολάρια στην τσέπη μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου κατέληξε να μένει με μια παρέα φίλους του σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Αναγκάστηκαν να φύγουν άρον άρον αφήνοντας τα πράγματά τους, όταν ξύπνησαν από το συνεργείο κατεδάφισης.

Στα διαστήματα μεταξύ των μικρών ρόλων που έβρισκε στην αρχή, για να βγάλει χρήματα έπαιζε πιάνο σε ένα μπαρ. Η μουσική ήταν μια άλλη μεγάλη αγάπη του. Εμαθε να παίζει μόνος του πιάνο και έγραψε περισσότερα από 400 τραγούδια, αν και ποτέ δεν έμαθε να διαβάζει νότες, ενώ το 1957 έγραψε το μουσικό θέμα της ταινίας «Στην κόλαση των Τροπικών». Οι μικροκακοτυχίες δεν τον άφησαν ακόμη και τη βραδιά που κέρδισε το πρώτο του Οσκαρ. «Ημουν ενθουσιασμένος και έφτασα στο θέατρο που γινόταν η απονομή με το καλύτερό μου σμόκιν. Ανεβαίνοντας μια ράμπα, ακούμπησα σε ένα κάγκελο για μια συνέντευξη και μόνο όταν τέλειωσα, είδα ότι δίπλα υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε Νωπή μπογιά. Ετσι πήρα το Οσκαρ μου έχοντας μια φαρδιά άσπρη λουρίδα στην πλάτη του σακακιού μου».

Τα πρώτα βήματα

Η πρώτη του σημαντική δουλειά ήταν σε μια ραδιοφωνική σαπουνόπερα, ενώ το 1947 άρχισε να δουλεύει στην τηλεόραση. Σε εκείνη την περίοδο έπαιξε μόνο για δυο εβδομάδες στο θέατρο, όμως αυτή ήταν και η ευκαιρία του για τον κινηματογράφο. Τον είδε ένας κυνηγός ταλέντων της Columbia και τον πρότεινε στο στούντιο για τον βασικό ρόλο δίπλα στην Τζούντι Χόλιντεϊ στα «Σκάνδαλα της Νέας Υόρκης» του Τζορτζ Κιούκορ. Ο Χάρι Κον, μεγαλοαφεντικό του στούντιο, συμφώνησε να προσλάβει τον νέο ηθοποιό, ήθελε όμως να του άλλαξει το όνομα, επειδή θεωρούσε ότι το Λέμον (στα αγγλικά Lemmoμε ένα επιπλέον «μ») θα έδινε εύκολη αφορμή στους κριτικούς για αρνητικά σχόλια. Ηθελε λοιπόν να τού το αλλάξει σε Λένον (χρόνια πριν γίνει διάσημος ο Τζον Λένον). «Υπέροχα!», φώναξε τότε ο Λέμον. «Ακριβώς όπως ο Λένιν ο Ρώσος. Τώρα θα λένε ότι είμαι κομμουνιστής» και αρνήθηκε την αλλαγή.

Πολλούς επηρέασε

Πέρα από την αγάπη που του έδειχνε το κοινό, ο Τζακ Λέμον είχε κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό και των συναδέλφων του. Πολλοί ηθοποιοί ανέφεραν κατά καιρούς ότι επηρεάστηκαν από εκείνον, όπως ο Κέβιν Σπέισι, που τού αφιέρωσε το δεύτερό του Οσκαρ και ο Βινγκ Ρέιμς, που τού χάρισε τη Χρυσή του Σφαίρα. Ο ίδιος ωστόσο δεν ένιωσε ποτέ απολύτως σίγουρος για τον εαυτό του. «Σπάνια πιστεύω ότι είμαι ικανός για έναν ρόλο», είχε πει το 1975. «Παρά λίγο να εγκαταλείψω το Μερικοί το προτιμούν καυτό και τις Μέρες κρασιού και λουλουδιών, επειδή νόμιζα ότι δεν μπορώ να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις των ρόλων. Αν νομίζετε ότι είμαι ανασφαλής τώρα έπρεπε να με δείτε τότε. Με έπιαναν ζαλάδες και βρισκόμουν πολύ κοντά στην τρέλα». Κάνοντας έναν απολογισμό της καριέρας του το 1989 είπε: «Ολοι κάνουμε κακές ταινίες. Οι παραγωγοί κάνουν λάθη, το ίδιο κι εμείς κι αυτό συμβαίνει συχνότερα από τις επιτυχίες. Μπόρεσα όμως να κάνω ταινίες που λειτούργησαν και στο ταμείο, και στην κριτική και στο κοινό. Κι αυτό συνέβη με τέτοια συχνότητα ώστε να βρίσκομαι ακόμη εδώ και να μου προτείνουν ακόμη θαυμάσιους ρόλους».

Μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες

Στις περίπου 90 ταινίες που πρωταγωνίστησε ο Τζακ Λέμον, έπαιξε σε μια μεγάλη γκάμα ρόλων. Εκανε υπέροχο κωμικό ζευγάρι με τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν στην «Τροτέζα» και τη «Γκαρσονιέρα», με τη Βίρνα Λίζι στο «Πώς να δολοφονήσετε τη γυναίκα σας», με τη Σάντι Ντένις στους «Επαρχιώτες». Επαιξε όμως και σε πολλούς δραματικούς ρόλους, στον «Αγνοούμενο» του Κώστα Γαβρά, το «Σύνδρομο της Κίνας», το «Γκλενγκάρι Γκλεν Ρος». Η πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ ήταν τα «Σκάνδαλα της Νέας Υόρκης» του Τζορτζ Κιούκορ, όμως οι συνεργασίες που τον καθόρισαν ήταν με τον Μπίλι Ουάιλντερ και τον Ουόλτερ Ματάου. Ο Ουάιλντερ τον σκηνοθέτησε σε δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, το «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (με τον Τόνι Κέρτις και τη Μέριλιν Μονρόε) και τη «Γκαρσονιέρα», που ακόμη και σήμερα θεωρούνται δύο από τις σημαντικότερες κωμωδίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Με τον Ματάου, ο Τζακ Λέμον πρωτοέπαιξε το 1966 στο «Ενας υπέροχος απατεώνας» (σε σκηνοθεσία του Ουάιλντερ), όμως το ντουέτο τους «έδεσε» δύο χρόνια αργότερα, όταν υποδύθηκαν «Ενα παράξενο ζευγάρι», τον μανιώδη με την τάξη Φίλιξ και τον «χύμα» Οσκαρ. Επαιξαν μαζί σε ακόμη έξι ταινίες, καθώς η κόντρα που έβγαζαν οι δυο τους -ο καλοπροαίρετος και καθωσπρέπει Λέμον και ο άτσαλος και γκρινιάρης Ματάου- πάντα γοήτευε τους θεατές. Το 1971 σκηνοθέτησε για μοναδική φορά την ταινία «Μίστερ Κοτς», για την οποία ο Ουόλτερ Ματάου κέρδισε μία ακόμη υποψηφιότητα για Οσκαρ. Ο Λέμον ξαναέπαιξε στο Μπρόντγουεϊ το 1985 στο «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα» του Ευγένιου Ο’ Νιλ και συνέχισε να παίζει στον κινηματογράφο («JFK», «Ο παίκτης», «Στιγμιότυπα», «Αμλετ») με τελευταία του ταινία το «Παράξενο ζευγάρι 2» με τον Ματάου και τελευταία συμμετοχή την αφήγηση στον «Θρύλο του Μπάγκερ Βανς» του Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Δεν ξέρουμε αν ακριβώς εν όψει αυτής της απόφασης (που προφανώς τη γνώριζε πριν καθαρογραφεί η Εκκλησία…) αποφάσισε «διπλωματικά»ο κ. Χριστόδουλος να ανακοινώσει ότι «δεν δίνει τον ακριβή αριθμό των υπογραφών που έχουν συλλεγεί, για να μη θεωρηθεί ότι εμπλέκεται σε πολιτικά παίγνια…», επιλέγοντας ενδεχομένως να… επανέλθει στο θέμα «το φθινόπωρο» (πάνω δηλαδή στη… συνεδριακή βαβούρα του κυβερνώντος κινήματος) για να δημιουργήσει νέα ένταση, αλλά θεωρούμε ότι καιρός είναι όλο το ζήτημα να τεθεί στο αρχείο – κανέναν πλέον δεν συμφέρει αυτή η συνέχιση της πολεμικής μεταξύ της Εκκλησίας «που δεν θέλει να εμπλέκεται σε πολιτικά παιγνίδια…» (πλην, παλιότερα, «έπαιξε» πολιτικά με τις αρχιεπισκοπικές δηλώσεις ότι «αν τα ήξερε αυτά ο λαός προεκλογικά, άλλο θα ‘ταν το αποτέλεσμα των εκλογών…») και της πολιτείας.

Ωστόσο, είναι αυτές οι… «ξεχασμένες» επέτειοι που συμπίπτουν με μια συγκυρία που αναπόφευκτα αναμοχλεύει «ανεπιθύμητες μνήμες»…