ΑΤΖΕΝΤΑ

Προσμονή ενός από μηχανής θεού

Προσμονή ενός από μηχανής θεού

Η τραγική μορφή του Στρατηλάτη (Κώστας Τριανταφυλλόπουλος) μου θύμισε ανθρώπους που ζουν σε παρατεταμένη αδράνεια, βουλιάζοντας μέσα στις μνήμες καλών εποχών και στις ψευδαισθήσεις ενός εύκολου πλουτισμού. Η κρίση είναι πειρασμός για τέτοιες καταστάσεις. Η ταλαιπωρημένη Δέσποινα (Εύα Καμινάτου) προσπαθεί να φέρει βόλτα ένα σπιτικό και να βρει έναν πλούσιο γαμπρό για να αποκαταστήσει τη μόλις 14 ετών κόρη της, το Χνούδι. Το νεαρό κορίτσι (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη), που έχει αρχίσει να νιώθει τη θηλυκότητά του αλλά διατηρεί τα τελευταία ψήγματα παιδικότητας, είναι ο καταλύτης που άθελά του θα προκαλέσει την αρχή του τέλους της επαρχιακής οικογένειας και θα σηματοδοτήσει το ρεύμα της αστυφιλίας που είδε ο Δημήτρης Κεχαΐδης το 1962, χρονιά που έγραψε το «Πανηγύρι». Το Χνούδι φεύγει με το ζόρι στην πόλη, στα χέρια ενός πλούσιου, στεγνού από συναισθήματα ράφτη, ο μεγάλος γιος (Λάμπρος Κτεναβός) συμβιβάζεται και γίνεται εργάτης σε εργοστάσιο στο Αργος, η Δέσποινα πεθαίνει. Ο Στρατηλάτης ξαφνικά βρίσκεται μόνος, ένας άνθρωπος μιας άλλης εποχής, χωρίς αναφορές στο παρόν, χωρίς ρίζες. Το μόνο αποκούμπι του είναι οι ένδοξες μνήμες της εκστρατείας στη Μικρά Ασία και η ψευδαίσθηση μιας κληρονομιάς.

Αν και το θέμα της παράστασης αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη εποχή, παραμένει επίκαιρο στον βαθμό που αποτυπώνει νοοτροπίες και συμπεριφορές που έπειτα από περίπου μισό αιώνα δεν έχουν αλλάξει: η προσμονή μιας λύσης στα προβλήματα που θα προέλθει άκοπα από έναν εξωτερικό παράγοντα, η προσκόλληση στο παρελθόν και οι επιλογές που βασίζονται στο συμφέρον και στη λογική «το μη χείρον βέλτιστον». Στο τέλος κανείς δεν πανηγυρίζει, παρά μόνο για τις δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών.

​​Το «Πανηγύρι», σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου.