ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

O εικαστικός Νίκος Ναυρίδης συνδυάζει αλχημικά όπερα και τέχνη στην ΕΛΣ

O εικαστικός Νίκος Ναυρίδης συνδυάζει αλχημικά όπερα και τέχνη στην ΕΛΣ

«Νιώθω σαν να μη βρισκόμαστε στην Αθήνα. Είναι λες και είμαστε κάπου αλλού, με διάχυτη ομορφιά παντού». Σάββατο βράδυ, με τον κρύο αέρα να παγώνει αναζωογονητικά το πρόσωπο, με θέα τα φωτισμένα δένδρα δίπλα στο Κανάλι του ΚΠΙΣΝ, μόλις είχαμε βγει από την Εθνική Λυρική Σκηνή όπου παρακολουθήσαμε την ενδιαφέρουσα εικαστική δράση του Νίκου Ναυρίδη «Noli Mi Tangere». Ηταν εύλογο το σχόλιο της φίλης μου που ζει στο Λονδίνο: τόσο το υψηλής ποιότητας θέαμα που είδαμε όσο και ο χώρος που το φιλοξενούσε ήταν σαν να είχαν βγει από μια άλλη, εντελώς ευρωπαϊκή και εύρυθμα οργανωμένη πόλη.

Ο Νίκος Ναυρίδης έκανε την καλύτερη εισαγωγή για το νέο πρόγραμμα συνεργασίας του Οργανισμού ΝΕΟΝ και της ΕΛΣ, με τίτλο «The artist and the composer» που επικεντρώνεται στη σχέση μεταξύ εικαστικών τεχνών και όπερας. Διασυνδέει πρωτοπόρους σύγχρονους καλλιτέχνες με τη ζωντανή εκτέλεση ορχηστρικής μουσικής. Και όντως στην πρώτη αυτή παράσταση (ακολουθούν ακόμα δύο στις 3/2 και 10/2, κλείστε θέσεις), έγινε αυτή η αλχημική σχέση ένωσης της ακοής και της όρασης, χάρις και στη συνεπιμέλεια του Γιώργου Κουμεντάκη και της Ελίνας Κουντούρη.

Ο εικαστικός είναι ένας από τους χαρισματικότερους Ελληνες καλλιτέχνες με έργο πυκνό και πολυδιάστατο. Εχει καταφέρει με το σπαθί του να έχει μια διεθνή παρουσία και έχει δώσει το «παρών» σε όλες τις προσπάθειες εξωστρέφειας της ελληνικής τέχνης, από την Μπιενάλε της Βενετίας και την ARCO μέχρι το Σάο Πάολο και την ΒΟΖΑR.

Στο επίκεντρο της δουλειάς του είναι η σωματικότητα και έτσι στην πρώτη αυτή ανάθεση του ΝΕΟΝ επέλεξε να φτιάξει μια εγκατάσταση στην οποία το κοινό βιώνει έναν ανεστραμμένο ρόλο: σε πρώτο χρόνο, εμείς οι θεατές οδηγηθήκαμε ανά ομάδες πρώτα στα παρασκήνια και ύστερα σε καθίσματα πάνω στη σκηνή. Εκεί είχε στηθεί και η Ορχήστρα της ΕΛΣ, υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Ζιάβρα.

Την ώρα που ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ερμήνευε καταπληκτικά τα «Τραγούδια για τα Νεκρά Παιδιά» του Μάλερ, παρακολουθούσαμε να εξελίσσεται στην πλατεία του θεάτρου μια «χορογραφημένη» περφόρμανς. Σαράντα νέα παιδιά –που εκπαιδεύθηκαν από την Παυλίνα Ανδριοπούλου και την Ολύβια Θανάσουλα– τοποθέτησαν 250 κοστούμια από το βεστιάριο της ΕΛΣ στις θέσεις των θεατών.

Στο δεύτερο μέρος, το κοινό πήγε και κατέλαβε τις κενές θέσεις πλάι σε αυτά τα κουστούμια για να ακούσει τον βαρύτονο στο έργο «Quasi una fantasia» του Κούρταγκ. Πριν και μετά το δρώμενο υπήρχαν ηχητικά που είχε ετοιμάσει ο Ναυρίδης. Εφυγα με μια αίσθηση ανάτασης και με τον γνωστό μετεωρισμό: είναι ωραίο να είσαι σε μιαν άλλη Αθήνα…