ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Σώματα στους διαδρόμους της Ιστορίας

Σώματα στους διαδρόμους της Ιστορίας

Υπάρχει ένα αρχαίο φως που φεγγοβολάει κάτω από τη σάρκα και την ιριδίζει ή τη χρυσίζει ή μας την παραδίδει μελανή στο ημίφως, ή την οργώνει σαν χωράφι και τη γονιμοποιεί. Τα σώματα στα έργα του Δημήτρη Ανδρεαδάκη έρχονται χωμάτινα και εξαϋλωμένα ταυτόχρονα, ασθμαίνουν μέσα σε μια λίμνη γαλήνης. Αυτά τα αφανή φωτοστέφανα που διαγράφουν ένα φανταστικό ημικύκλιο πάνω στα σκοτεινά πρόσωπα με το βλέμμα να διαστέλλεται καθώς δεν κοιτούν κατά μέτωπο, γίνονται μια συλλογή ζωντανών και νεκρών, σε μια πομπή «Ανθρωπομετρίας».

Ταιριαστός ο τίτλος για την αναδρομική έκθεση του Δημήτρη Ανδρεαδάκη, που παρουσιάζεται έως τις 10 Ιουνίου στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων. «Με ενδιαφέρει να συγκροτήσω και να μεταφέρω μια αίσθηση ζωής», μου λέει μια στιγμή, στη διάρκεια μιας συζήτησης με αφορμή την έκθεση στη δική του πόλη. Οπως συμβαίνει, η συζήτηση λοξοδρομεί σε αυτά τα αφράτα και αχανή φιλοσοφικά και θεωρητικά οροπέδια της σκέψης, που συχνά σε κάνουν να ριγείς από τις συγγένειες ή τις μικρές εκπλήξεις του αιφνιδιασμού. Με τον Δημήτρη Ανδρεαδάκη έχει κανείς την αίσθηση μιας μακράς διαδρομής· το ίχνος του πάει πολύ πίσω, ορίζει έλικες στην ιστορία της τέχνης και παραδίδεται πίσω με απλότητα, του είδους που γεννάει η πληρότητα.

«Υπάρχει κάτι που πρέπει να εκφραστεί και αυτό πρέπει να βρει μια σαφή γλώσσα», τονίζει. «Δεν είναι περί αισθητικής ο λόγος». Αυτές οι «κρυφές διαδρομές γνώσης», όπως λέει, περνούν μέσα από κανάλια με ρίζες στη ζωγραφική των βασιλικών τάφων της Βεργίνας, στις κατακόμβες της Ρώμης, στα φαγιούμ και στην ελληνιστική τέχνη. Αυτά τα σπέρματα ανιχνεύονται στην αγωνία κατανόησης της «φόρμας», του πώς «πλάθεται», πώς αναπνέει. Μου κάνει εντύπωση, και ίσως να μην έπρεπε, το πώς ο Δημήτρης Ανδρεαδάκης ανακαλεί συχνά και όχι τυχαία τις πολλές, πυκνές, δαιδαλώδεις αναφορές του από όλο το σώμα της ιστορίας της τέχνης. «Ηθελα να μπορέσω να οργανώσω τη δική μου προσωπική αφήγηση».

Και μοιάζει τόσο σαφές αυτό που επιδιώκει, ένας ζωγράφος της γενιάς του ’90, καλλιτέχνης που με την παραστατικότητα που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1980, έχτισε μαζί με άλλους σπουδαίους της γενιάς του, πάνω ή κάτω, όπως τον Ρόρρη ή τον Δασκαλάκη, έναν νέο αστικό μύθο.

Με εσωστρέφεια

Σήμερα, η αναδρομική του στα Χανιά έρχεται να μας παραδώσει ένα «σώμα». Υπερτερούν σε αριθμό οι μορφές, τα σώματα, τα βλέμματα. Μαζί είναι και τα εσωτερικά στα βυρσοδεψεία ή άλλες συνθέσεις αστικών τοπίων με έντονο ανάγλυφο στην ανάπτυξη των σχηματισμών στον ουρανό. Τα γυμνά σώματα, τα πιο πολλά γυναικεία, είναι οργανωμένα με εσωστρέφεια, συστρέφονται και αναδιπλώνονται σαν πληγωμένα ζωντανά, αναπνέουν κατά τον τρόπο ενός Εγκον Σίλε ή Λούσιαν Φρόιντ, και μετατρέπονται σε αυθύπαρκτα πήλινα αγγεία με σάρκα και αίμα, ή σε όστρακα που κάποτε έφεραν άλλους χυμούς.

Ο Δημήτρης Ανδρεαδάκης, με τη γνώση που έχει πάνω στη διαδρομή της ανθρωποπαρατήρησης μέσα από τις κλασικιστικές και νεοπαγανιστικές παραδόσεις της Αναγέννησης, αλλά και μέσα από τη λοξή προοοπτική του μπαρόκ, αναζητεί το δικό του κανάλι εξόδου.

Το επιτυγχάνει μέσα από την εμβρυουργία, μια σύνθεση ψυχολογικής ανατομίας και τεχνικής σχολαστικότητας. Ισως αυτή είναι η «προσωπική αφήγηση» στην οποία αναφέρεται συχνά, στη διάκριση ανάμεσα στην ανάγκη για ομορφιά και στην ανάγκη για κανόνα. Η σύνθεση, με τη μορφή της σύγκλισης, όταν αυτή επιτελείται, αναβλύζει τροπαιοφόρος.

Το βλέπει κανείς στη διαδρομή του από τα νεανικά έργα μέχρι τα πρόσφατα. Είναι αυτό που λέει η Ιρις Κρητικού, που γράφει για την έκθεση στον κατάλογο, ότι η παρατήρηση αυτής της διαδρομής μάς οδηγεί «αναπόφευκτα στην κλασική κληρονομιά του Μόραλη και στις βυζαντινές και ελληνιστικές καταβολές του Μαυροΐδη, στο μπαρόκ πληθωρικό ιδίωμα του χρωστήρα και το αυτοσχέδιο ελληνικό θεματολόγιο του Τσαρούχη, στα αιγυπτιακά στοιχεία ή στις στυλιστικές μνήμες των μελανόμορφων και των ερυθρόμορφων που επικαλέστηκε ο Φασιανός».

Και όμως, μέσα από αυτή τη δίνη του πυκνού ίχνους, ο Δημήτρης Ανδρεαδάκης εμφανίζεται γαλήνιος, συμπαγής και αυτόφωτος. Τον παρατηρώ καθώς δεν κουράζεται να μιλάει γι’ αυτές τις διαδρομές του φωτός και της αντανάκλασής του, καθώς και για τη νεομπαρόκ τεχνική που έφερε ο Τσαρούχης, με τη διαγώνιο στο στυλ του Βερμέερ, ή για τα νεο-βυζαντινά του Κόντογλου και των επιγόνων του.

Ταιριάζουν τα λόγια του στη σκέψη ενός καθηγητή-δημιουργού. Από το 2008 είναι επίκουρος καθηγητής για το μάθημα των Εικαστικών Τεχνών, στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης, στα Χανιά. Είναι η πιο τελετουργική επιστροφή στον γενέθλιο τόπο, μετά τα χρόνια στην Αθήνα (όπου σπούδασε με δασκάλους τον Πατρασκίδη και τον Μυταρά) και το Παρίσι (όπου έκανε μεταπτυχιακά). Ο Ανδρεαδάκης ανήκε στο αίμα και το σώμα των νεαρών διανοουμένων της τέχνης που έδωσαν ώθηση στην παραστατικότητα, που εν πολλοίς περνούσε και ως «αντιακαδημαϊσμός», εκείνη την εποχή. «Είναι σημαντικό να κάνει κανείς την αποτίμηση. Τι έχει αξία, τι είναι ανάγκη να προφυλάξουμε… Κάθε καλλιτέχνης αφηγείται, στην ουσία, πώς αντιλαμβάνεται την εποχή του και ζητεί να δημιουργήσει τη γλώσσα του».

Εκείνος, μαζί με τους συνοδοιπόρους του, αυτούς που η Ιρις Κρητικού αποκαλεί «λαμπερούς ζωγράφους της ελληνικής γενιάς του τέλους του ’80 και του ’90, που εξακολουθούν κατά κάποιον τρόπο έως σήμερα να ορίζουν τα μορφολογικά, τα αισθητικά και τα υπαρξιακά πεδία της νεότερης ελληνικής παραστατικής ζωγραφικής», έχει –άθελά του ίσως– δημιουργήσει μια «σχολή».

Θυμάται το εργαστήρι, που για μια περίοδο είχαν κοινό μαζί με τον Γιώργο Ρόρρη και τον Στέφανο Δασκαλάκη, στην οδό Αλκιβιάδου 30, ένα νεοκλασικό σπίτι της Αθήνας που γράφτηκε και αυτό πάνω στο σώμα της ιστορίας της ελληνικής ζωγραφικής σαν ένα μετατσαρουχικό αποκύημα.

Αυτή η ικανότητά του «να συνομιλεί με τις εποχές» κάνει τον Δημήτρη Ανδρεαδάκη έναν άνθρωπο με βαθιές ουμανιστικές βάσεις, φιλτραρισμένες μέσα από τις πύλες του μοντερνισμού. Εκβάλλει ως ένας καλλιτέχνης ρευστός, με την έννοια της αποδοχής της μεταβλητότητας και της άρνησης του δόγματος. Γι’ αυτό και πορτρέτα όπως αυτό της μητέρας του αναδύονται σαν σπαρακτικές αυτοβιογραφίες που αντανακλώνται πίσω στον θεατή ως δικές του βιογραφίες.

Προάγοντας τον πολιτισμό

Η Δημοτική Πινακοθήκη στα Χανιά προχωράει σταδιακά σε κάτι αξιοθαύμαστο. Μέσα από μεγάλες αναδρομικές, κάτω από το εκθεσιακό πρόγραμμα «Επέστρεφε», που επιμελείται ο δρ Θοδωρής Κουτσογιάννης, συνθέτει μεγάλα εικαστικά γεγονότα υπερτοπικού ενδιαφέροντος. Συστήνοντας εξαρχής δημιουργούς, καθώς τους παρουσιάζει εκ νέου και εις βάθος με ερευνητική διάθεση, κάνει αυτό που πρέπει να κάνουν τα μουσεία και οι πινακοθήκες. Προκαλεί γεγονότα, θέτει βάση συζητήσεων και προτείνει εκπαιδευτικό υλικό. Εν ολίγοις, προάγει τον πολιτισμό.

Μου έκανε εντύπωση η έκδοση του δίγλωσσου καταλόγου για την έκθεση του Δημήτρη Ανδρεαδάκη. Με κείμενα του δημάρχου Χανίων Μανώλη Σκουλάκη, του προέδρου της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων Γιώργου Αρχοντάκη, της ιστορικού τέχνης Ιριδος Κρητικού και του επιμελητή του εκθεσιακού προγράμματος δρος Θοδωρή Κουτσογιάννη, ο κατάλογος μπαίνει στη βιβλιογραφία. Πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυση που επιχειρεί ο κ. Θ. Κουτσογιάννης καθώς συνδέει την προσωπογραφία της γιαγιάς του Δ. Ανδρεαδάκη (1992) με το έργο «Γυναίκα με φυτό» του Γιώργου Μπουζιάνη ή τη «Μικρή σπουδή για το πορτραίτο του γιατρού Γιώργου Σαμώνη (2012) του Δ. Ανδρεαδάκη με την «Ανδρική προσωπογραφία (Robert Fellowes)» (1999) του Λούσιαν Φρόιντ. Κατά τον ίδιο εντυπωσιακό τρόπο αντιπαρατίθεται σε δομή, προοπτική και έμπνευση το «Πρωινό φως ΙV» του Ανδρεαδάκη με τον «Νεκρό Χριστό» του Αντρέα Μαντένια (π. 1490). Οι «Ανθρωπομετρίες» του Δημήτρη Ανδρεαδάκη στα Χανιά έχουν ενεργοποιήσει ένα κανάλι.