ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Πάθη Σωμάτων» στο Δημοτικό Πειραιά

«Πάθη Σωμάτων» στο Δημοτικό Πειραιά

Πριν από την επίσκεψη στον χώρο, αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που συνδέει τα έργα του πολυτάλαντου Βασίλη Φωτόπουλου με εκείνα του κατά πολύ νεότερου Σάββα Πουρσανίδη. Η φωνή του καλλιτεχνικού διευθυντή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά Τάκη Τζαμαργιά είναι καθησυχαστική: «η έντονη θεατρικότητα του έργου τους».

Aνεβαίνοντας την επιβλητική σκάλα για το μεγάλο φουαγέ του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά, τεράστια έργα του Θεσσαλονικιού Πουρσανίδη, στα οποία πρωταγωνιστούν γυμνοί εκφραστικοί μουσικοί, καλύπτουν τον χώρο. Και έπειτα, στην εντυπωσιακή αίθουσα με τα φατνώματα στην οροφή και τον μεγάλο καθρέφτη να δεσπόζει στο βάθος, 40 έργα του Βασίλη Φωτόπουλου ετοιμάζονται να πάρουν τη θέση τους ώς το Σάββατο το απόγευμα που γίνονται τα εγκαίνια της έκθεσης «Πάθη Σωμάτων». Αγνωστα εικαστικά που παρουσιάστηκαν πριν από λίγο καιρό στη Δημοτική Πινακοθήκη Καλαμάτας αποδίδουν τον κόσμο του Φωτόπουλου που «κυριαρχείται από τη λατρεία της νεότητας αλλά και από την αίσθηση του μάταιου των πραγμάτων». Το είχε γράψει κι ο ίδιος το 1991 σε ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα για το Μουσείο Βορρέ: «Μόνη ελπίδα, οι νέοι, που όσο κι αν προσπαθούμε να τους βάλουμε σε καλούπια, αυτοί αντιστέκονται, κραυγάζουν, καταστρέφουν, προκειμένου να μην υποταχτούν σε αποδεδειγμένα αποτυχημένες νοοτροπίες».

Οσκαρ για τον Ζορμπά

Σεμνός καλλιτέχνης, ταλαντούχος ζωγράφος και ειδικά σκηνογράφος, σκηνοθέτης, γενναιόδωρος ως άνθρωπος όπως τον χαρακτηρίζουν όσοι τον έζησαν, είναι από εκείνη τη στόφα των καλλιτεχνών που περιείχαν την κληρονομιά της ελληνικής παράδοσης ανανεωμένη σε μια σύγχρονη δημιουργική ελληνικότητα. Και έχει σημασία αυτό το αφιέρωμα στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, για να ανακαλύψουν οι επισκέπτες της έκθεσης ορισμένα από τα πρόσωπα του πολύπλευρου αυτού καλλιτέχνη ο οποίος κέρδισε το Oσκαρ ασπρόμαυρης σκηνογραφίας για τον «Ζορμπά» το 1964 αλλά δεν κόμπασε ποτέ γι’ αυτό.

O Βασίλης Φωτόπουλος γεννήθηκε πριν από 80 χρόνια στην Καλαμάτα και μαθήτευσε δίπλα στον Ευάγγελο Δράκο. Μυήθηκε νωρίς στη βυζαντινή αγιογραφία. Η πρώτη του επαφή με το θέατρο ήταν με το θίασο του «Ακροπόλ» στο θέατρο «Μπουρνέλλη». Το 1958, ο Κωστής Μπαστιάς, τότε διευθυντής της Λυρικής, του αναθέτει τη σκηνογραφία και τον σχεδιασμό των κοστουμιών για την όπερα του Περγκολέζι «Η υπηρέτρια κυρά». Ηταν η απαρχή της συνεργασίας του με την ΕΛΣ ως σκηνογράφου και ενδυματολόγου. Αλλά και για πολλά ταξίδια στο εξωτερικό.

«Οταν γύρισα στην Αθήνα έκανα την “Ομορφη πόλη” του Θεοδωράκη. Το ’να έργο ακολούθησε το άλλο. Εντονες στιγμές γεμάτες προσπάθεια για δημιουργία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ξεσήκωνε, τα “Παιδιά” του Χατζιδάκι τα τραγούδαγε όλη η Γη. Ο Κούνδουρος έπαιρνε το Αρκουδάκι στο Βερολίνο κι η Παξινού με τον Μάνο τα Οσκαρ τους στο Λος Αντζελες. Η “Στέλλα” της Μελίνας και του Κακογιάννη αναστάτωνε τις Κάννες. Ο Σεφέρης έπαιρνε το Νομπέλ, ο Κουν ανέβαζε τους ανεπανάληπτους “Ορνιθες” και η ζωγραφική του Τσαρούχη κρεμότανε στα σπίτια. Κάθε βιβλίο, κάθε ποιητική συλλογή, κάθε παράσταση αποτελούσε γεγονός», έγραψε τη δεκαετία του ’90 ο ίδιος για εκείνα τα χρόνια.

Ο Β. Φωτόπουλος ήταν αυτός που έφτιαξε τα 75 σκηνικά για την ταινία «Αμέρικα, Αμέρικα» μαζί με τον Αμερικανό Τζιν Κάλαχαν. Κι όταν ρώτησε τον Καζάν γιατί δεν έβαλε και το όνομά του στους τίτλους, εισέπραξε την απάντηση: «Μα ποιος θα πίστευε ότι αυτά τα σκηνικά είχαν γίνει από ένα Ελληνόπουλο…». Ετσι το Οσκαρ με το οποίο βραβεύτηκε η ταινία για τη σκηνογραφία της πήγε στον Κάλαχαν. Ομως η καταξίωση ήρθε με τον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη. Ηταν 30 ετών όταν κέρδισε το χρυσό αγαλματάκι για τη σκηνογραφική του δουλειά.

Μεταξύ Ελλάδας και Αμερικής, το 1973 ήρθε για να σκηνοθετήσει την ταινία «Ορέστης». Στη Μεταπολίτευση συνεργάστηκε με τους Ζυλ Ντασσέν, Μελίνα Μερκούρη, Νίκο Κούρκουλο αλλά και με καλλιτεχνικούς φορείς, ενώ από το 1980 αφιερώνεται στον χρωστήρα.

Την έκθεση επιμελήθηκε ο Μάνος Στεφανίδης με την Αλεξάνδρα Μυρεσιώτη.