ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ποιος ζει μονάχα από την τέχνη του;

Ποιος ζει μονάχα από την τέχνη του;

Ποιος κάνει την τέχνη; Ο καλλιτέχνης είναι η πιο εύκολη και άμεση απάντηση. Σίγουρα, αλλά όχι μόνο. Γύρω από αυτόν υπάρχουν επιμελητές εκθέσεων, διευθυντές μουσείων, ιστορικοί τέχνης, δημοσιογράφοι, γκαλερί, συλλέκτες, οίκοι δημοπρασιών. Ας υποθέσουμε λοιπόν καλόπιστα πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι κινούνται γύρω από την τέχνη με κύριο γνώμονα την αγάπη γι’ αυτήν. Οι πρώτοι σαφώς που θα μειδιούσαν με αυτή την αγαθή παρατήρηση είναι αυτοί που την παράγουν, δηλαδή οι καλλιτέχνες.

«Ποιος κάνει την τέχνη;» ήταν ο τίτλος μια συζήτησης που διοργανώθηκε στο Ομοσπονδιακό Μουσείο Τέχνης της Βόννης με τη συμμετοχή ανάμεσα σε άλλoυς, του πρώην διευθυντή του Ρόμπερτ Φλεκ, του νυν διευθυντή Ράιν Βολφς και της επιμελήτριας εκθέσεων και συγγραφέως Πιρόσκα Ντόσι. Μία από τις ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις της βραδιάς ήταν ότι μόλις το 2% των καλλιτεχνών καταφέρνει να ζει αποκλειστικά και μόνο από την τέχνη που παράγει. Παράλληλα όμως το 90% των εικαστικών στο γερμανικό κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας είναι σε θέση να κάνει την τέχνη του, έχοντας όμως προηγουμένως εξασφαλίσει και μια εργασία για βιοπορισμό. Επίσης τα έργα, οι τιμές των οποίων κινούνται γύρω στις 3.500 ευρώ, πολύ δύσκολα πωλούνται. Αντίθετα πολύ πιο εύκολα αγοράζονται τα έργα με εξαψήφια νούμερα!

Η είσοδος των Ρώσων

Οπως διαπίστωσε η οξυδερκής κυρία Πιρόσκα Ντόσι, τα τελευταία τριάντα χρόνια η αγορά έχει αλλάξει πάρα πολύ με την είσοδο Ρώσων ολιγαρχών αλλά και γενικότερα νεόπλουτων. Η πτώση της Σοβιετικής Ενωσης δεν άφησε αλώβητο ούτε αυτόν τον τομέα της αγοράς. Επίσης σημαντική είναι και η παρουσία των δυναμικών στις αγορές κατόχων των πετροδολαρίων, των νεοφώτιστων Αράβων συλλεκτών. Μπορεί ένας πίνακας του Ρίχτερ να μην τους λέει και πολλά ή ακόμα λιγότερα ένα γλυπτό του Τζεφ Κουνς, σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια καλή επένδυση.

Το πόσο καλή επένδυση είναι μάλιστα μια αγορά, ακόμα και μιας αναπαραγωγής έργου του Γκέρχαρντ Ρίχτερ, του σπουδαιότερου εν ζωή Γερμανού ζωγράφου, αποδεικνύει μια έκθεση που εγκαινιάστηκε στο Ντίσελντορφ.

Το μουσείο Kunstsammlung NRW φιλοξενεί για λίγες εβδομάδες ορισμένα έργα-αναπαραγωγές, δηλαδή βιβλία, φωτογραφίες, χαλιά και άλλα αντικείμενα, από τη συλλογή του βαθύπλουτου συλλέκτη Τόμας Ολμπριχτ, γιατρού-ενδοκρινολόγου και γνωστότερου ως κληρονόμου της εταιρείας καλλυντικών Wella. Ο Τόμας Ολμπριχτ είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος κατέχει ένα έργο και από τις συνολικά 163 αναπαραγωγές που ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ ξεκίνησε να δημιουργεί από το 1965 με στόχο τον εκδημοκρατισμό της τέχνης! Σε ερώτηση της «Κ» στον Τόμας Ολμπριχτ εάν του είναι συνειδητό πώς με τον πλούτο που διαθέτει επηρεάζει την αγορά της τέχνης, απάντησε πως κατά κύριο λόγο αυτοί που διαμορφώνουν το τοπίο ήταν και θα παραμείνουν τα μουσεία.

Ο ίδιος πάντως έφτιαξε το δικό του μουσείο στο Βερολίνο για να μπορεί να παρουσιάζει έργα από τη συλλογή του. Μια τάση της εποχής. Οι συλλέκτες φτιάχνουν τα δικά τους μουσεία και δεν περιμένουν τόσο ανυπόμονα πλέον να πάρουν το βάπτισμα του «σημαντικού» από τα διάφορα μουσεία, τα οποία πολλές φορές δεν διαθέτουν αξιόλογα οικονομικά μέσα. Ακόμα και μεγάλα μουσεία δεν μπορούν συχνά να αγοράζουν καινούργια έργα και καταφεύγουν σε συλλέκτες, δανειζόμενα έργα και παρέχοντας σε αντάλλαγμα το καλό τους όνομα, το οποίο βέβαια θα ανεβάσει τις μετοχές των έργων του συλλέκτη.

Οι τιμές αναπαραγωγών του Ρίχτερ –για τα μοναδικά έργα ούτε λόγος– έχουν φθάσει στα ύψη. Τα έργα προς πώληση εξαφανίζονται λίγο μετά την ανάρτησή τους στην ιστοσελίδα του καλλιτέχνη. Οποιος για παράδειγμα το 1993 είχε την τύχη να αγοράσει ένα αντίτυπο από τη σειρά αναπαραγωγής των πινάκων με τον τίτλο «Fuji» που τότε κόστιζε 6.000 ευρώ σήμερα θα μπορούσε να το μοσχοπουλήσει για 300.000 ευρώ!

Γκαλερί, συλλέκτες και ιστορικοί τέχνης

Ο όμορφος κόσμος της τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως είναι συνδεδεμένος με την πολυτέλεια και το στάτους του επενδυτή. Διότι στην ουσία μιλάμε για επενδύσεις. Το 2010 δαπανήθηκαν τριάντα δισ. δολάρια σε όλο τον κόσμο για την αγορά έργων τέχνης. Ενα ακριβό έργο προσδίδει στον αγοραστή την ικανοποίηση ότι είναι και αυτός ένα μικρό κομμάτι αυτού του κάποιες φορές πνευματικού, ιδιόρρυθμου, τρελούτσικου και ακατανόητου για τους πολλούς, κόσμου της τέχνης.

Πάντως όπως διαπίστωσε ο Ράιν Βολφς στη συζήτηση στο μουσείο της Βόννης, σε μεγάλες εκθέσεις όπως στην documenta του Κάσελ αλλά και σε διάφορες Μπιενάλε, όπως της Βενετίας ή της Κωνσταντινούπολης, όπου πραγματεύονται συχνά διάφορα κοινωνικοπολιτικά θέματα λείπουν οι εντυπωσιακά ακριβοί καλλιτέχνες όπως ο Ντάμιεν Χιρστ, με τις γνωστές νεκροκεφαλές του και τα διαμάντια. Ενας καλλιτέχνης που γνωρίζει να χειρίζεται πολύ καλά την αγορά.

Αυτή ήταν και η συμβουλή του Ρόμπερτ Φλεκ προς τους νέους καλλιτέχνες. Ο Γερμανός ιστορικός τέχνης, πρώην διευθυντής του Ομοσπονδιακού Μουσείου Τέχνης στη Βόννη και τώρα καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στο Ντίσελντορφ, δηλώνει πως αν σήμερα κάποιος θέλει να προχωρήσει θα πρέπει να φροντίσει από νωρίς. Ηδη από τα φοιτητικά χρόνια. Θα πρέπει να καλλιεργήσει τις σχέσεις του με ιστορικούς τέχνης, γκαλερίστες και να βρει καλούς συλλέκτες. Ενα κείμενο ενός καλού ιστορικού τέχνης, το οποίο κοστολογείται γύρω στα 2.000 ευρώ στη Γερμανία, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη του καλλιτέχνη. Επίσης είναι μεγάλη τύχη η στήριξη από συλλέκτες. Στη Γερμανία οι γνωστοί καλλιτέχνες δεν διαθέτουν πάντως περισσότερους από δύο ή τρεις σταθερούς συλλέκτες. Ακόμα μια καλή γκαλερί με διεθνή χαρακτήρα είναι ένα επιπλέον βήμα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει το παρόν και το μέλλον του φιλόδοξου καλλιτέχνη.

Μια ρεαλιστική πρόταση από τον κ. Φλεκ αλλά και τι αβάσταχτο συχνά φορτίο –αυτό των δημοσίων σχέσεων– για έναν πραγματικό δημιουργό.