ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Αλιεν» στα όνειρά του…

«Αλιεν» στα όνειρά του…

Με τη βοήθεια των τερατόμορφων πλασμάτων που κατοικούσαν στο σκοτεινό, φουτουριστικό σύμπαν του, ο Χανς Ρούντολφ Γκίγκερ κέρδισε την καταξίωση: μία θέση στο Science Fiction Ηall of Fame και ένα Οσκαρ οπτικών εφέ για τη δουλειά του στην ταινία «Αλιεν». Ομως, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του πλήρωνε το τίμημα της δόξας με άγρυπνες νύχτες και φριχτούς εφιάλτες. Δίπλα στο κρεβάτι του, ο Ελβετός εικαστικός και σκηνογράφος, που έφυγε από τη ζωή στις 12 Μαΐου σε ηλικία 74 ετών, είχε πάντοτε ένα μπλοκ για να σχεδιάζει τις ερπετόμορφες φιγούρες και τα μυστηριώδη υβρίδια ανθρώπου και μηχανής προτού ο ύπνος τα σβήσει από τη μνήμη του.

Ο ίδιος, πάντως, είχε επανειλημμένως επιχειρήσει να διαλύσει τη φήμη πως η έμπνευση για τις εμβληματικές συνθέσεις του προερχόταν αποκλειστικά από τα όνειρά του, υποστηρίζοντας πως εξίσου σημαντική υπήρξε η επίδραση της λογοτεχνίας – οι ιστορίες του Λάβκραφτ, τα έργα του Μπέκετ, τα βιβλία του Εντγκαρ Ουάλας κ.ά. Επιπλέον, ουδέποτε έκρυψε ότι επηρεάστηκε από ζωγράφους όπως ο Σαλβαντόρ Νταλί, τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά.

Μεγαλώνοντας στην Κουρ της ανατολικής Ελβετίας, ο νεαρός «Ρούντι» λάτρευε να παίζει με όπλα και σύχναζε στο τοπικό αρχαιολογικό μουσείο για να περιεργαστεί το αγαπημένο του έκθεμα: μία αιγυπτιακή μούμια. «Τα μέρη που μου άρεσαν περισσότερο ήταν τα σκοτεινά», είχε δηλώσει σε μία συνέντευξη στην ελβετική κρατική ραδιοτηλεόραση. «Από τότε που άρχισα να ντύνομαι μόνος μου, φορούσα πάντοτε μαύρα».

Πάθος και εμμονές

Μολονότι ο πατέρας του τον προέτρεπε να ασχοληθεί με τη φαρμακευτική, η μητέρα του καλλιεργούσε το πάθος του για την τέχνη και ουδέποτε προσπάθησε να καταπιέσει τις εμμονές του με τον θάνατο και το σεξ. Το 1962, σε ηλικία 22 ετών, ο Γκίγκερ εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε αρχιτεκτονική και βιομηχανικό σχεδιασμό στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών και έζησε, με σύντομα διαλείμματα, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Με τη διορατικότητα που χαρακτηρίζει τους μεγάλους καλλιτέχνες, επεξεργαζόταν από παιδί την ιδέα της «σύζευξης» ανθρώπου και μηχανής. Στη φαντασία του όμως αυτή η ένωση δεν οδηγούσε στη γέννηση ενός πιο προηγμένου ανθρώπινου είδους, αλλά σε έναν ψυχρό κόσμο κατοικημένο από εφιαλτικές μορφές, που ενίοτε απέπνεαν έναν απόκοσμο ερωτισμό. Τα πρώτα, μικρών διαστάσεων, έργα του με μελάνι σύντομα έδωσαν τη θέση τους σε μεγάλες συνθέσεις δημιουργημένες με αερογράφο, ενώ στην ώριμη φάση του επέστρεψε ξανά στη ζωγραφική με μελάνι, παστέλ και μαρκαδόρο. Παράλληλα, πειραματίστηκε με τη γλυπτική, το ντιζάιν και τη διακόσμηση.

Η δουλειά του σόκαρε αρκετούς. Oι περαστικοί έφταναν στο σημείο να φτύνουν τις βιτρίνες της γκαλερί, που φιλοξενούσε μία από τις πρώτες εκθέσεις του, ενώ χρόνια αργότερα η αφίσα για το άλμπουμ «Frankenchrist» των Dead Kennedys είχε ως αποτέλεσμα να του ασκηθεί δίωξη για προσβολή δημοσίας αιδούς – έγινε όμως δεκτή με ενθουσιασμό από πολύ περισσότερους. Οι πιο φανατικοί θαυμαστές του εξακολουθούν να ανατρέχουν στις συνθέσεις του αναζητώντας ιδέες για τατουάζ. «Φαίνεται ότι τα έργα μου κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση στους ανθρώπους που είναι… τρελοί», ανέφερε σε μια συνέντευξη το 1979.

Στο «Νεκρονομικόν» του Λάβκραφτ οφείλουν τη γέννησή τους τα πλάσματα της ενότητας «Necronom», που εντυπωσίασαν σκηνοθέτες όπως ο Αλεχάντρο Ζοντορόφσκι και ο Ρίντλεϊ Σκοτ. Ο πρώτος ζήτησε από τον Γκίγκερ να συνεργαστούν για την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Dune» του Φρανκ Χέρμπερτ, που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ντέιβιντ Λιντς, ο οποίος, προς απογοήτευση του Γκίγκερ, θεωρούσε πως ο καλλιτέχνης είχε «κλέψει» τις ιδέες του και δεν επιθυμούσε να δουλέψει μαζί του.

Η σχέση με το Χόλιγουντ

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ όμως έκρινε πως ο Γκίγκερ ήταν ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να σχεδιάσει τους εξωγήινους του «Αλιεν», και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Παρά την επιτυχία της ταινίας, η συνεργασία του Ελβετού σουρεαλιστή με το Χόλιγουντ δεν εξελίχθηκε ιδιαίτερα ομαλά, κυρίως εξαιτίας των αυθαίρετων παρεμβάσεων που έκαναν στο έργο του σκηνοθέτες και παραγωγοί. Οταν, μάλιστα, διαπίστωσε πως το όνομά του είχε παραλειφθεί από τους τίτλους του τέταρτου φιλμ της σειράς «Αλιεν», έστειλε στην εταιρεία παραγωγής επιστολή διαμαρτυρίας, στην οποία ευχόταν «σε όσους ευθύνονται γι’ αυτή τη συνωμοσία» να γίνουν… ξενιστές εξωγήινων. Από τη δεκαετία του 1990 εγκατέλειψε οριστικά τον χώρο του θεάματος για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη δημιουργία του Μουσείου Γκίγκερ. Εκκεντρικός και συνεσταλμένος, απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας, συνήθιζε να κοιμάται στις 5 το πρωί και να ξυπνάει το μεσημέρι, ενώ οι τοίχοι του σπιτιού του ήταν βαμμένοι μαύροι. Σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειας Γκίγκερ, ο καλλιτέχνης τραυματίστηκε σοβαρά πέφτοντας από σκάλες και άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Ζυρίχης.

Προσωπικό μουσείο στην ελβετική Γκριγιέρ

Το 1998 ο Χ. Ρ. Γκίγκερ ίδρυσε το προσωπικό του μουσείο στην ελβετική κωμοπόλη Γκριγιέρ. Εκτός από την εκτενή συλλογή έργων του, στο ειδικά διαμορφωμένο μεσαιωνικό κάστρο εκτίθενται έργα του Νταλί και άλλων σουρεαλιστών, ενώ κατά καιρούς έχουν φιλοξενηθεί εκθέσεις σε επιμέλεια του ίδιου του δημιουργού. Στο υπόγειο λειτουργεί το ένα από τα δύο εναπομείναντα H.R. Giger Bar, όπου κυριαρχεί η χαρακτηριστική «βιο-μηχανική» αισθητική του καλλιτέχνη. Αν και οι επισκέπτες της Γκριγιέρ πολλαπλασιάστηκαν μετά το άνοιγμα του μουσείου, οι σχέσεις του με την τοπική κοινωνία δεν ήταν πάντοτε αρμονικές: Το 2005, οι Αρχές ζήτησαν την απομάκρυνση ενός ομοιώματος του άλιεν από τον εξωτερικό χώρο του κτιρίου, με το επιχείρημα ότι έβλαπτε την εικόνα της πόλης.