ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Συνδικαλιστικός φορέας ως… επίτροπος

Συνδικαλιστικός φορέας ως… επίτροπος

Για πρώτη φορά, φέτος, εθνικός επίτροπος για τη συμμετοχή της Ελλάδας στη 15η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας είναι ένας συνδικαλιστικός φορέας. Αυτή η πρωτοτυπία προωθήθηκε από το υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο ανέθεσε στον ΣΑΔΑΣ (Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών) να αναλάβει την εκπροσώπηση της χώρας. Ο ΣΑΔΑΣ, όπως είναι αναμενόμενο, έχει επιλέξει τη «συμμετοχική» διαδικασία προετοιμασίας, θεωρώντας ότι η εθνική συμμετοχή «αποτελεί ένα μοναδικό συμμετοχικό πείραμα συλλογικότητας». Κοντά σε όλα αυτά τα θεωρητικά σχήματα, έρχεται και το όνομα του Γιάνη Βαρουφάκη, που αυτή τη φορά επιλέγει έναν νέο ρόλο, καθώς ενισχύει την εθνική συμμετοχή της… Αλβανίας. Το όνομά του συγκαταλέγεται στο δυναμικό του εθνικού περιπτέρου της γείτονος χώρας. «Ο κ. Γ. Βαρουφάκης πράγματι συνέβαλε στην προσπάθειά μας με ένα δικό του κείμενο», επιβεβαιώνει ο κ. Simon Battisti, ένας από τους επιμελητές του αλβανικού περιπτέρου.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε δώσει ομιλία πέρυσι στην Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης στη Μόσχα, αλλά αυτή τη φορά «εκθέτει» κείμενο. Πάντα βρίσκει τρόπους για πέντε λεπτά δημοσιότητας, έστω και μέσω Αλβανίας, αλλά η παρουσία του, σε συνδυασμό με την επίσημη ελληνική προετοιμασία (που ακόμη ψάχνεται με «συμμετοχικές διαδικασίες»), φανερώνει τη σύγχυση, την οποία έχει, προφανώς, προκαλέσει το (σχεδόν πάντα) και πολιτικό θέμα της Μπιενάλε. Ο καθένας μπορεί να διαβάσει ό,τι θέλει και να καταλάβει όσα τον συμφέρουν ή να απομονώσει εκείνα στα οποία μπορεί να ανταποκριθεί.

Φέτος, στην Μπιενάλε (εγκαίνια 28/5) διευθυντής είναι ο Χιλιανός αρχιτέκτων Αλεχάντρο Αραβένα (Βραβείο Pritzker), γνωστός από την κοινωνική διάσταση που δίνει στην αρχιτεκτονική, στον αντίποδα των αρχιτεκτόνων σταρ των περασμένων δεκαετιών. Ο Αραβένα δεν είναι διάσημος για ένα αναγνωρίσιμο διεθνώς έργο, αλλά για τη διασύνδεση που επιχειρεί μεταξύ αρχιτεκτονικής και κοινωνικής συνοχής, προχωρώντας, βεβαίως, μια πολύ παλιά συζήτηση. Γι’ αυτό και το θέμα του είναι «Reporting from the front» (Ανταπόκριση από το μέτωπο), εννοώντας ότι η Μπιενάλε, έχοντας υπόψη τα μείζονα διεθνή θέματα, ανοίγει σε προτάσεις που μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής. Συμβολικά, η αφίσα της Μπιενάλε δείχνει μία γυναίκα στην κορυφή μιας αλουμινένιας σκάλας στη μέση του πουθενά. Είναι η Μαρία Ράιχε, η Γερμανίδα μαθηματικός που πέρασε πάνω από 30 χρόνια στην έρημο του Περού μελετώντας τα σχήματα ζώων που είχαν σχεδιάσει στη γη οι Ινδιάνοι. Την είχε συναντήσει σε ένα από τα ταξίδια του ο Μπρους Τσάτουιν και καταγράφηκε ως σύμβολο της ικανότητας να βλέπεις από ψηλά (από απόσταση), πέρα από το πλήθος, πέρα από τη βοή, πέρα από τον συναισθηματικό αυτοματισμό, αυτό που μπορεί να προχωρήσει το σχέδιό σου.

Αυτός ο συμβολισμός είναι το επίκεντρο του προβληματισμού στη φετινή Μπιενάλε. Ο ίδιος ο Αραβένα ζητεί την αριστεία της σκέψης πάνω σε πανανθρώπινα προβλήματα, ζητεί την εμπειρία και τη σύνθεση με πρακτικό αποτύπωμα. Ζητούνται, με άλλα λόγια, φρέσκες ιδέες από φρέσκα μυαλά σε μια διεθνή πλατφόρμα δημοσίου διαλόγου, όπου κάθε εθνική συμμετοχή αλλά και κάθε αρχιτέκτονας αντιλαμβάνεται, υποτίθεται, ότι η παρουσία του δεν μπορεί να είναι διακοσμητική ή ενοχλητική.

Σε όλον αυτόν τον διεθνή προβληματισμό, η Ελλάδα μέσα από τον ΣΑΔΑΣ αντιλαμβάνεται ότι «το ελληνικό περίπτερο, μέσα από ανοικτές και συμμετοχικές διαδικασίες που έχουν ήδη ξεκινήσει (…), "επινοώντας στο εργοτάξιο της κρίσης", δημιουργεί ένα σπονδυλωτό μοντέλο που αποτυπώνει τα πολλαπλά μέτωπα στα οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι ως αρχιτέκτονες αλλά και ως πολίτες μιας χώρας που βρίσκεται στα όρια. Προτάσσει την πολυσυλλεκτικότητα τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και ανθρώπινου δυναμικού, συνθέτοντας τις επιμέρους δημιουργικές προτάσεις που προέκυψαν από το ανοικτό κάλεσμα του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων».

Είναι λάθος, φυσικά, να βιάζεται κανείς και να εκφράζει καχυποψία απέναντι στο «διαρκές πειραματικό εργαστήριο» του ΣΑΔΑΣ, αλλά ακούγεται πολύς θόρυβος και καμία συγκεκριμένη θέση, πέραν της ανακύκλωσης θεωριών. Είναι η γνώριμη τακτική που έχουμε συνηθίσει για το πώς επιλέγουμε να προβάλλουμε τη χώρα μέσα από διαφοροποιημένες, αλλά πάντα με κοινή αφετηρία, εκδοχές της χώρας-θύματος, της χώρας που μπορεί να ανοίξει δρόμους μέσα από «αντικαπιταλιστικό ανθρωπισμό».

Μπορεί η συμμετοχή μας να είναι καλύτερη του αναμενόμενου, και αυτό εκφράζεται ως ευχή. Πάντως, έξω από τον ΣΑΔΑΣ, πολλοί αρχιτέκτονες είναι ανήσυχοι. Ορισμένοι μιλούν για κίνδυνο απαξίωσης συλλόγου, κλάδου και χώρας, ενώ άλλοι μιλάνε ανοικτά για περιθωριοποίηση. Αυτό που μένει είναι ότι η χώρα παραμένει irrelevant στον διεθνή διάλογο. Από τη διπλωματία ώς την εθνική εκπροσώπηση σε μια Μπιενάλε, κυριαρχεί η αίσθηση ότι φτιάχνουμε τη δική μας πραγματικότητα, η οποία νομίζουμε ότι αφορά και τους άλλους.