ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ενας μεγιστάνας με λεπτό γούστο και επιδέξια πένα

Ενας μεγιστάνας με λεπτό γούστο και επιδέξια πένα

Για να διασωθεί  το παρελθόν, πρέπει να πέσει σε χέρια σεβαστικά και ικανά. Σε μια εποχή πριν από τη διάδοση της φωτογραφίας, στο μεταίχμιο 18ου και 19ου αιώνα, ένας ευγενής, με βρετανική και ολλανδική καταγωγή, ήρθε στην Ελλάδα, στη Μικρασία, στην Αίγυπτο. Και ενώ δεν ήταν ούτε ζωγράφος ούτε μικρογράφος, ο μεγιστάνας Τόμας Χόουπ (1769-1831) έκανε μερικά από τα ωραιότερα και σημαντικότερα σχέδια που αποτυπώνουν μνημεία, φυσικό τοπίο και λαογραφικά στοιχεία, όπως ενδυμασίες στην τότε «πύλη» προς την Ανατολή. Χάρις στην επιδέξια πένα του, μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε πώς ήταν, λ.χ., το ανάκτορο του Βουκολέοντος προτού υποστεί απίστευτες φθορές, νησιά του Αιγαίου, το Αγιον Ορος, τα γυαλιά και τα παλάτια του Βοσπόρου.

Η έκθεση, που εγκαινιάστηκε εχθές στο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης στον Κεραμεικό, φιλοξενεί μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου 60 εξ αυτών των μικρών αριστουργημάτων με θέμα την Κωνσταντινούπολη. H υπεραξία τους δεν είναι μόνον καλλιτεχνική αλλά αμιγώς ιστορική, καθώς πρόκειται για εξαιρετικά ιστορικά ντοκουμέντα. Είναι μια saga σε απόχρωση σέπια.

Ας ξαναπιάσουμε τον μίτο του βίου του Χόουπ, που μας οδηγεί κατευθείαν στο πνεύμα του 18ου αιώνα. Δεν θα ξέραμε τόσα πράγματα γι’ αυτόν στην Ελλάδα, αν δεν είχε ασχοληθεί με την περίπτωσή του η επιμελήτρια της έκθεσης, Φανή-Μαρία Τσιγκάκου. Μέσα από το δικό της μεράκι και το ερευνητικό της ένστικτο, έγινε ένα μικρό θαύμα στη δεκαετία του 1980, από αυτά που μόνον η ιστορία της τέχνης ξέρει να μας επιφυλάσσει. Οργανώνοντας το σκόρπιο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, στο πλευρό του νεοδιορισθέντος τότε Αγγελου Δεληβορριά, ανακάλυψε δερματόδετους τόμους με σχέδια. Χρειάστηκε να κάνει πολλή δουλειά για να φτάσει στα ίχνη του Χόουπ, που το μόνο που είχε βάλει ο ευγενής στο εξώφυλλό τους ήταν ο θυρεός του και το λατινικό μότο «Non fracta at spes» («Δεν υπάρχουν όρια στην ελπίδα», ένα λογοπαίγνιο με το επίθετό του που σημαίνει ελπίδα). Οι τόμοι είχαν εξαφανιστεί μετά τον θάνατό του, πέρασαν στα χέρια του Αντώνη Μπενάκη που τα αγόρασε σε δημοπρασία στο Λονδίνο «για το έθνος». (Συγκινητική λεπτομέρεια: δύο από τους πέντε τόμους πληρώθηκαν από τον Δαμιανό Κυριαζή, φίλο του συλλέκτη, μια και ήταν πολύ ακριβοί για το βαλάντιο του Μπενάκη). Επρόκειτο για μια τρομερή ανακάλυψη που συμπλήρωσε το παζλ του Τόμας Χόουπ, του ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην αισθητική αναβίωση της ελληνικής αρχαιότητας.

Ιδού η πορεία του: οι ναπολεόντειοι πόλεμοι είχαν αλλάξει τον ρου του συνηθισμένου Grand Tour και έτσι ο ανήσυχος και βαθιά καλλιεργημένος Χόουπ ήρθε στα μέρη μας, παρακάμπτοντας την Ιταλία. Απόγονος μιας γνωστής οικογένειας Σκωτσέζων μπανκέρηδων που πήγαν στις Κάτω Χώρες, ο νεαρός είχε λεπτό γούστο, τεράστια περιουσία και αγάπη στην περιπέτεια. Ο ερχομός του στην Ελλάδα τον έκανε να αγαπήσει την κλασική αρχαιότητα και έγινε ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες αντικειμένων από την περίοδο αυτή. Ομως δεν του αρκούσαν μόνον τα αγγεία. Ηθελε να αναδημιουργήσει ολόκληρη την ατμόσφαιρα. Στην κατοικία του στο Λονδίνο, αφιέρωσε κάθε αίθουσα σε κάποιον αρχαίο πολιτισμό –ανάμεσά τους και ο ελληνικός– και οι επισκέπτες στις πολλές δεξιώσεις που έκανε δεν έβλεπαν μόνο έργα τέχνης, αλλά άκουγαν σε κάθε σάλα ειδική μουσική και μύριζαν ειδικά αρώματα που τους μετέφεραν σε μια άλλη εποχή.

Διόλου τυχαίο λοιπόν ότι το όνομά του ταυτίστηκε με το Regency Style αλλά και με την πρωτόλεια τότε έννοια της εσωτερικής διακόσμησης. Ο Χόουπ δεν παρουσίαζε συλλογές αλλά έκανε στην έπαυλή του μια ενορχήστρωση ενός νοερού ταξιδιού στο παρελθόν, μια συνολική εμπειρία θέασης και ακρόασης. Αξίζει μια επίσκεψη στην έκθεσή του ως μικρός φόρος τιμής στα όσα έκανε ένας πραγματικός φιλέλλην για ένα κράτος που ακόμα δεν είχε δική του υπόσταση…