ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τσαρούχης: «Πήρα λάθος δρόμο και έγινα ζωγράφος»

Τσαρούχης: «Πήρα λάθος δρόμο και έγινα ζωγράφος»

«Πολλές φορές νομίζω ότι δούλεψα καλά. Είμαι ήσυχος. Συχνά, όμως, δεν βλέπω παρά μόνο τα ελαττώματά των έργων και αυτό με πειράζει τόσο πολύ, ώστε νομίζω ότι πήρα λάθος δρόμο και έγινα ζωγράφος. Τους συμπεριφέρομαι όπως ο ανακριτής σ’ ένα φταίχτη…» είναι οι πρώτες φράσεις που διαβάζει ο επισκέπτης της έκθεσης «Εικονογράφηση μιας αυτοβιογραφίας. Μέρος Δεύτερο», στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς.

Το αφιέρωμα που εγκαινιάζεται απόψε εστιάζει στην ώριμη φάση του βίου και του έργου του Γιάννη Τσαρούχη, αποκαλύπτοντάς μας όχι μόνον τη ζωγραφική του αλλά και τις ιστορίες πίσω από γνωστά και άγνωστα σχέδια, λάδια, σπουδές από το 1940 έως και το 1989, οπότε έφυγε από τη ζωή. Μερικά εξ αυτών δεν έχουν εκτεθεί ξανά στο παρελθόν. Η πλειονότητα των εκθεμάτων και των τεκμηρίων προέρχονται από το Ιδρυμα Τσαρούχη, ενώ την πατρότητα του «αφηγήματος» έχει η πρόεδρός του Νίκη Γρυπάρη, η οποία μίλησε για τον πλούτο του υλικού και τα πολλά ζωγραφικά ρολά που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας. «Δεν πετούσε ούτε ένα χαρτάκι!» είπε ξεναγώντας μας στην έκθεση.

Οπως και στο πρώτο μέρος, η βασική ιδέα είναι ότι ο καλλιτέχνης αυτοσυστήνεται μέσα από τα δικά του λόγια, σπαράγματα κειμένων, θραύσματα μιας ζωής. Κάπως έτσι, ενώνοντας τις τελείες, σχηματίζεται το νοητό σύμπαν στο οποίο κινήθηκε, οριοθετημένο στον χρόνο και τον χώρο. Ομως δεν είναι ένα αδειανό κέλυφος που γεμίζει μόνον από τη ζωγραφική, καθώς σε αυτό «κατοικούν» προσωπικότητες όπως η Κάλλας, ο Κουν, ο Ιόλας, ο Μινωτής, ο Χατζιδάκις, καθώς και οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές των συνθέσεων και των πορτρέτων του ζωγράφου. Ο θεατής βουτάει στα νερά μιας ολόκληρης εποχής που έχει πλέον παρέλθει, αλλά η ηχώ της φθάνει σε εμάς με διαύγεια και συγκίνηση.

Οπως επεσήμανε και ο Αγγελος Δεληβορριάς: «Δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα με τον Τσαρούχη», τονίζοντας τις διαφορετικές σκοπιές από τις οποίες μπορεί κανείς να εξετάσει την πορεία του.

Σαν ένα ημερολόγιο εικόνων και κειμένων με ξεχωριστά κεφάλαια, η έκθεση έχει πέντε ενότητες από τη δεκαετία του 1940 ώς και τα τέλη του ’80. Η εκκίνηση γίνεται με τα χρόνια της Αλβανίας, όταν βρέθηκε στο μέτωπο, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής αλλά και τη σκληρή εποχή του Εμφυλίου. Το νήμα συνεχίζεται στο Παρίσι του ’50, στη συνεργασία του με τον Αλέξανδρο Ιόλα, τη συμμετοχή του στην Μπιενάλε της Βενετίας. Κάπου εκεί αρχίζει κανείς και βλέπει όλα τα θέματα που τον απασχόλησαν με ένταση, όπως το ανδρικό ανθρώπινο σώμα (και πώς μπήκαν σε αυτό φτερά αγγέλων). Παρουσιάζεται επίσης η πολύ σημαντική του συμβολή στο θέατρο με τα σκηνικά και τα κοστούμια του.

Από τη δεκαετία του ’60 ξεχωρίζει κανείς την ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε με τη Μυτιλήνη (παράλληλα με τη διερεύνηση και του τοπίου), την επαφή με τον Θεόφιλο, τη φιλία με τον Τεριάντ και βέβαια τη φυγή του στο Παρίσι το 1967 μετά την έλευση των Συνταγματαρχών. Στη Γαλλία ο Τσαρούχης έζησε ταπεινά σε ένα μικρό στούντιο και έφτιαξε με τη Λίλα Ντε Νόμπιλι μια σχολή σχεδίου, την οποίαν αποκαλούσαν «Ακαδημία».

«Οι τέσσερις εποχές»

Το έργο-σταθμός της εποχής εκείνης είναι βέβαια «Οι τέσσερις εποχές». Από την ίδια περίοδο ξεχωρίζουν και οι «Τρωάδες», που σημάδεψαν το ελληνικό θέατρο. Η επιστροφή του στην Ελλάδα τον κάνει να διαπιστώσει πως όλα έχουν αλλάξει όχι μόνον στην αρχιτεκτονική αλλά ακόμη και στο «κοινό αίσθημα». Η έκθεση κλείνει με το ’80 , το «κύκνειο άσμα» του με έργα που συμπύκνωσαν όλα τα χαρίσματα που συγκέντρωσε στον χρόνο, και θα διαρκέσει μέχρι και τις 26 Φεβρουαρίου.