ΒΙΒΛΙΟ

«Ρόμα», η ποίηση της καθημερινότητας

«Ρόμα», η ποίηση της καθημερινότητας

Η ​​χρήση του πραγματικού χρόνου στο σινεμά απωθεί τον σημερινό μέσο θεατή. Η κίνηση ενός ανθρώπου που έρχεται από μακριά και πλησιάζει προς την κάμερα, ολοκληρώνεται σε ένα αργόσυρτο μονοπλάνο, σαν να το ζούσε πραγματικά ο θεατής μπροστά του. Αλλά από την εποχή του MTV έως τα αδιάκοπα άλματα από λινκ σε λινκ στο YouTube, τα πλάνα μακράς πνοής για πολλούς περιττεύουν.

Ο ισοπεδωτικός εξοστρακισμός των πλάνων πραγματικού χρόνου δεν αποθαρρύνει ορισμένους σκηνοθέτες, όταν αντιλαμβάνονται ότι το υλικό τους επιτάσσει μια τέτοια προσέγγιση. Στο ασπρόμαυρο «Ρόμα», μία από τις τελευταίες σημαντικές ταινίες της χρονιάς που μόλις μας άφησε (όποιος δεν έχει δει το φιλμ ας εγκαταλείψει τώρα την ανάγνωση), ο Μεξικανός Αλφόνσο Κουαρόν εδράζει όλο το κοίταγμα στο παρελθόν (το δικό του, προσωπικό, και οικογενειακό, σε μια συνοικία του Μέξικο Σίτι το 1970, που λέγεται Ρόμα) πάνω σε αυτού του τύπου τα πλάνα ήδη από τους τίτλους. Ενα αποτέλεσμα αυτής της προοπτικής είναι η αποφυγή της εύκολης νοσταλγίας: δίχως ίχνος μουσικής και με ασπρόμαυρη φωτογραφία, γινόμαστε μάρτυρες της καθημερινότητας μιας πολυμελούς οικογένειας η οποία δεν έχει κάτι το εξιδανικευμένο, αντίθετα, όσο προχωράει η αφήγηση, αργόσυρτη αλλά που εντάσσει διακριτικά και αθόρυβα τον θεατή στον ρυθμό της, βλέπουμε ότι είναι μια καθημερινότητα με ρωγμές: ο πατέρας εγκαταλείπει τους πάντες στα καλά καθούμενα, ενώ η Κλέο, η νταντά των παιδιών, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.

Στο «Ρόμα», η χρήση του πραγματικού χρόνου αφαιρεί κάθε φτιασίδωμα από το παρελθόν αλλά, κυρίως, φέρνει τον θεατή σε μια κατάσταση αυξανόμενου άγχους: για να μας δείχνει τόσο πολλή ώρα ο σκηνοθέτης τους χαρακτήρες σε μια σκηνή που μοιάζει να μην έχει τέλος, κάτι πολύ δραματικό θα συμβεί. Δεν είναι έτσι πάντα όμως.

Για παράδειγμα, το δραματικό έχει ήδη συντελεστεί στην παρατεινόμενη σκηνή του χειρουργείου, με το τύλιγμα του νεκρού νεογνού πλάι στην Κλέο, αυτή η σοφή παράταση του δράματος όμως, μια αποκαρδιωτική, όσο και βαθιά ανθρώπινη, στιγμή απώλειας, συνδέεται άμεσα με την αντίστοιχα αγωνιώδη είσοδο της Κλέο, που δεν γνωρίζει κολύμπι, στη θάλασσα για να σώσει τα (ξένα) παιδιά της κυρίας της (και αυτό, σε μια εκδρομή όπου η μητέρα αποκαλύπτει στα παιδιά της την αλήθεια για τον πατέρα τους). Η κάθαρση μοιάζει να επέρχεται στην αμμουδιά, όπου αγκαλιάζονται όλοι μαζί, και όπου η Κλέο κάνει μια ομολογία κομβικής σημασίας.

Στο τελευταίο, επίσης μακρύ πλάνο της ταινίας, βλέπουμε την Κλέο να επιστρέφει στις καθημερινές εργασίες της. Ανεβαίνει μια εξωτερική σκάλα για να πάει στην ταράτσα. Το φιλμ κλείνει αθόρυβα, με την αφιέρωση του Κουαρόν στην νταντά του, που ενέπνευσε την Κλέο στην ταινία. Η τελική εικόνα έχει –και αυτή– μια ποίηση ζωής: μέσα από τη φαινομενικά αδιάφορη καθημερινότητά της, η κοπέλα ανεβαίνει και πάλι ψηλά. Μέσα στις ρωγμές και τις τραγωδίες της, η καθημερινότητα μπορεί να κρύβει πολλή, και αληθινή, αγάπη.