ΒΙΒΛΙΟ

Είναι στραβό το… κλίμα

Είναι στραβό το… κλίμα

«Ο άνθρακας και το πετρέλαιο υπάρχουν ακόμα σε αφθονία και στοιχίζουν ελάχιστα σε αρκετές περιοχές του κόσμου, κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η βιομηχανία θα καταναλώνει και τα δύο για όσο καιρό τη συμφέρει να το κάνει», έγραφαν οι New York Times το 1956, σε ένα από τα πρώτα άρθρα για τη συσσώρευση αερίων θερμοκηπίου και τον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το ζήτημα είχε φθάσει πλέον στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου και το γεγονός αυτό, μαζί με τη σύσταση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος, το 1988, αλλά και την επιτυχία της συντονισμένης διεθνούς προσπάθειας για την προστασία της στιβάδας του όζοντος, δημιουργούσαν την εντύπωση πως το πρόβλημα επρόκειτο να αντιμετωπιστεί στο άμεσο μέλλον.

Μόνο που, όπως πολύ σωστά είχε προβλέψει το δημοσίευμα των Times, η αδυναμία της παγκόσμιας βιομηχανίας για το πετρέλαιο αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στις πιέσεις και η πρόθεση των κυβερνήσεων να προβούν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις σε πολλές περιπτώσεις εξαντλείτο στην υπογραφή μη δεσμευτικών συμφωνιών. Σήμερα, το 85% των ενεργειακών αναγκών του πλανήτη εξακολουθεί να καλύπτεται από ορυκτά καύσιμα, ενώ οι απόπειρες παραπλάνησης της κοινής γνώμης έχουν αποδειχθεί σχεδόν εξίσου αποτελεσματικές με τις εκστρατείες ενημέρωσης, που διεξάγουν κρατικοί φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Στο μεταξύ, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής έχουν εξελιχθεί από αντικείμενο θεωρητικών αναλύσεων σε υπαρκτή απειλή για εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο, και η αναγκαιότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες τείνει να επισκιάσει συζητήσεις σχετικά με την «αναχαίτιση» των αλλαγών. Αυτό καταδεικνύουν αφενός η ίδρυση της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Προσαρμογή, τον περασμένο Οκτώβριο, με επικεφαλής τον Μπιλ Γκέιτς, τον τέως γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Μπαν Κι-Μουν και τη διευθύνουσα σύμβουλο της Παγκόσμιας Τράπεζας, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, καθώς και η δέσμευση της Παγκόσμιας Τράπεζας να προσφέρει 200 εκατ. δολάρια για να στηρίξει τις αναπτυσσόμενες χώρες που πλήττονται από την κλιματική αλλαγή.

Οι ωκεανοί

Φαίνεται όμως ότι και οι δυσοίωνες προβλέψεις, που έφεραν την κλιματική αλλαγή στο προσκήνιο πριν από τρεις δεκαετίες, ήταν, στην πραγματικότητα, υπερβολικά αισιόδοξες: Πριν από λίγες ημέρες, η είδηση ότι οι ωκεανοί θερμαίνονται κατά 40% ταχύτερα από ό,τι υπολόγιζε η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) έκανε τον γύρο του κόσμου. Εκτός από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους παράκτιους οικισμούς, η θέρμανση των ωκεανών έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ισχύος των κυμάτων, αναφέρουν ερευνητές του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Επιστημών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Communications».

Τι πρόκειται να συμβεί αν η ανθρωπότητα χάσει την τελευταία ευκαιρία να αποφύγει τις σοβαρότερες επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, όπως το θέτει η IPCC στην πιο πρόσφατη έκθεσή της; Ο καθηγητής Αστροφυσικής Ανταμ Φρανκ αναπτύσσει τρία πιθανά σενάρια στο ενδιαφέρον όσο και ανατριχιαστικό του βιβλίο με τίτλο «Light of the Stars» (W. W. Norton & Company), το οποίο βασίζεται στα όσα γνωρίζουμε σχετικά με άλλους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, καθώς και σε μαθηματικά μοντέλα.

Στο πρώτο σενάριο, ο πολιτισμός ενός πλανήτη, που θυμίζει τη Γη, καταφέρνει να προσαρμοστεί στις ραγδαίες κλιματικές αλλαγές, σταματά να πολλαπλασιάζεται με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς και κατορθώνει να αποφύγει τις μεγάλες απώλειες. Στο δεύτερο, στο οποίο κατέληξαν τα περισσότερα μοντέλα, ο πληθυσμός μειώνεται κατά 70 %, αλλά κάποιοι επιβιώνουν, ενώ στο τρίτο η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Σε ορισμένα από τα μοντέλα, ακόμα και η στροφή σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ζωής δεν ισοδυναμούσε με τη σωτηρία του εξωγήινου πολιτισμού, απλώς παρέτεινε το τέλος.

Εξίσου δυστοπικά σενάρια αποκτούν σάρκα και οστά στα βιβλία και στις ταινίες ενός καινούργιου υποείδους της επιστημονικής φαντασίας, της μυθοπλασίας που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή (climate fiction ή απλώς cli-fi). Στα πιο δημοφιλή παραδείγματα εντάσσονται η τριλογία «Το τέλος του κόσμου» της Μάργκαρετ Ατγουντ (εκδ. Ψυχογιός), που εκτυλίσσεται στα συντρίμμια ενός κόσμου ρημαγμένου από ακραία καιρικά φαινόμενα και μία εργαστηριακά κατασκευασμένη πανδημία, αλλά και το υποψήφιο για Μπούκερ μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μίτσελ «Τα κοκάλινα ρολόγια» (εκδ. Τόπος), που ολοκληρώνεται το μετα-αποκαλυπτικό 2043, όταν η κλιματική αλλαγή έχει βυθίσει τον κόσμο στο σκοτάδι και η Ιρλανδία καταφέρνει να γλιτώσει την τραγική μοίρα της υπόλοιπης Ευρώπης χάρη σε μία συμφωνία με τους Κινέζους.

Αντικρουόμενες απόψεις

Πίσω στον πραγματικό κόσμο, οι νέες περιβαλλοντικές συνθήκες ισοδυναμούν με πραγματικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, καθώς οι φτωχότερες περιοχές του κόσμου παραμένουν πιο ευάλωτες στις φυσικές καταστροφές, ενώ οι ισχυροί του πλανήτη εξακολουθούν να επωφελούνται από τη χρήση ορυκτών καυσίμων.

Και μολονότι η τεχνοκρατική ελίτ «ποντάρει» στην επιστημονική πρόοδο και την ανάπτυξη τεχνολογιών, που θα μας επιτρέψουν να ελέγξουμε το κλίμα και να προσαρμοστούμε στις αναπόφευκτες αλλαγές (ή, γιατί όχι, να καταφύγουμε σε πιο φιλόξενους πλανήτες), αρκετοί θεωρητικοί προτάσσουν την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα (ή ένα μεγάλο μέρος της) είναι καταδικασμένη αν δεν υιοθετήσουμε έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής. «Το οικονομικό μας σύστημα και το πλανητικό μας σύστημα βρίσκονται σε πόλεμο», γράφει η Ναόμι Κλάιν στο προκλητικό «Αυτό αλλάζει τα πάντα: Καπιταλισμός εναντίον κλίματος» (εκδ. Λιβάνη), υποστηρίζοντας ότι στη ρίζα του προβλήματος δεν βρίσκεται ο άνθρακας αλλά το επεκτατικό μοντέλο του καπιταλισμού.

Παρότι ανήκει στο πιο «προνομιούχο» κομμάτι του κόσμου, η χώρα μας είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στα ακραία καιρικά φαινόμενα, υπογραμμίζει η Εμμανουέλα Δούση, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, στο περιεκτικό βιβλίο της «Κλιματική αλλαγή» (από τη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των εκδόσεων Παπαδόπουλος).

Μέσα στα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξηθούν τόσο οι ημέρες καύσωνα και οι ξηρασίες όσο και οι ακραίες βροχοπτώσεις, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα περισσότερες πυρκαγιές και πλημμυρικά επεισόδια. Εντούτοις, «στη χώρα μας τόσο η πολιτική όσο και η ακαδημαϊκή συζήτηση για την κλιματική αλλαγή είναι πολύ φτωχή», υπογραμμίζει η συγγραφέας σε πρόσφατη συνέντευξή της.

Ανάλογες ελλείψεις υπάρχουν σε επίπεδο ουσιαστικής ενημέρωσης, ενώ από τα δεκάδες αξιόλογα ξενόγλωσσα βιβλία, που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια και προσεγγίζουν το ζήτημα από περιβαλλοντική, κοινωνική ή οικονομική σκοπιά, ελάχιστα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Επί του παρόντος, εθνική στρατηγική για την προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν υπάρχει, αν και στην ιστοσελίδα του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επισημαίνεται ότι «η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις προτεραιότητες της κυβέρνησης».